BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

γονατίζω

становиться на колени

kneel

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώγονατίζω
εσύγονατίζεις
αυτός/ή/όγονατίζει
εμείςγονατίζουμε
εσείςγονατίζετε
αυτοί/ές/άγονατίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώγονάτισα
εσύγονάτισες
αυτός/ή/όγονάτισε
εμείςγονατίσαμε
εσείςγονατίσατε
αυτοί/ές/άγονάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα γονατίσω
εσύθα γονατίσεις
αυτός/ή/όθα γονατίσει
εμείςθα γονατίσουμε
εσείςθα γονατίσετε
αυτοί/ές/άθα γονατίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώγονάτιζα
εσύγονάτιζες
αυτός/ή/όγονάτιζε
εμείςγονατίζαμε
εσείςγονατίζατε
αυτοί/ές/άγονάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα γονατίζω
εσύθα γονατίζεις
αυτός/ή/όθα γονατίζει
εμείςθα γονατίζουμε
εσείςθα γονατίζετε
αυτοί/ές/άθα γονατίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω γονατίσει
εσύέχεις γονατίσει
αυτός/ή/όέχει γονατίσει
εμείςέχουμε γονατίσει
εσείςέχετε γονατίσει
αυτοί/ές/άέχουν γονατίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα γονατίσει
εσύείχες γονατίσει
αυτός/ή/όείχε γονατίσει
εμείςείχαμε γονατίσει
εσείςείχατε γονατίσει
αυτοί/ές/άείχαν γονατίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω γονατίσει
εσύθα έχεις γονατίσει
αυτός/ή/όθα έχει γονατίσει
εμείςθα έχουμε γονατίσει
εσείςθα έχετε γονατίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν γονατίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύγονάτισε
εσείςγονατίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύγονάτιζε
εσείςγονατίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα γονατίσω
εσύνα γονατίσεις
αυτός/ή/όνα γονατίσει
εμείςνα γονατίσουμε
εσείςνα γονατίσετε
αυτοί/ές/άνα γονατίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα γονατίζω
εσύνα γονατίζεις
αυτός/ή/όνα γονατίζει
εμείςνα γονατίζουμε
εσείςνα γονατίζετε
αυτοί/ές/άνα γονατίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω γονατίσει
εσύνα έχεις γονατίσει
αυτός/ή/όνα έχει γονατίσει
εμείςνα έχουμε γονατίσει
εσείςνα έχετε γονατίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν γονατίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

γονατίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

γονατίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

γονατισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα γονάτιζα
εσύθα γονάτιζες
αυτός/ή/όθα γονάτιζε
εμείςθα γονατίζαμε
εσείςθα γονατίζατε
αυτοί/ές/άθα γονάτιζαν