BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

γηροκομάω, γηροκομώ

ухаживать за пожилыми, заботиться о стариках

elderly care, nurse the elders

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώγηροκομάω, γηροκομώ
εσύγηροκομάς, γηροκομείς
αυτός/ή/όγηροκομά, γηροκομεί
εμείςγηροκομάμε, γηροκομούμε
εσείςγηροκομάτε, γηροκομείτε
αυτοί/ές/άγηροκομάνε, γηροκομούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώγηροκόμησα
εσύγηροκόμησες
αυτός/ή/όγηροκόμησε
εμείςγηροκομήσαμε
εσείςγηροκομήσατε
αυτοί/ές/άγηροκόμησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα γηροκομήσω
εσύθα γηροκομήσεις
αυτός/ή/όθα γηροκομήσει
εμείςθα γηροκομήσουμε
εσείςθα γηροκομήσετε
αυτοί/ές/άθα γηροκομήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώγηροκομούσα
εσύγηροκομούσες
αυτός/ή/όγηροκομούσε
εμείςγηροκομούσαμε
εσείςγηροκομούσατε
αυτοί/ές/άγηροκομούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα γηροκομάω, γηροκομώ
εσύθα γηροκομάς, γηροκομείς
αυτός/ή/όθα γηροκομά, γηροκομεί
εμείςθα γηροκομάμε, γηροκομούμε
εσείςθα γηροκομάτε, γηροκομείτε
αυτοί/ές/άθα γηροκομάνε, γηροκομούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω γηροκομήσει
εσύέχεις γηροκομήσει
αυτός/ή/όέχει γηροκομήσει
εμείςέχουμε γηροκομήσει
εσείςέχετε γηροκομήσει
αυτοί/ές/άέχουν γηροκομήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα γηροκομήσει
εσύείχες γηροκομήσει
αυτός/ή/όείχε γηροκομήσει
εμείςείχαμε γηροκομήσει
εσείςείχατε γηροκομήσει
αυτοί/ές/άείχαν γηροκομήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω γηροκομήσει
εσύθα έχεις γηροκομήσει
αυτός/ή/όθα έχει γηροκομήσει
εμείςθα έχουμε γηροκομήσει
εσείςθα έχετε γηροκομήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν γηροκομήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύγηροκόμησε
εσείςγηροκομήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύγηροκόμα
εσείςγηροκομάτε, γηροκομείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα γηροκομήσω
εσύνα γηροκομήσεις
αυτός/ή/όνα γηροκομήσει
εμείςνα γηροκομήσουμε
εσείςνα γηροκομήσετε
αυτοί/ές/άνα γηροκομήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα γηροκομάω, γηροκομώ
εσύνα γηροκομάς, γηροκομείς
αυτός/ή/όνα γηροκομά, γηροκομεί
εμείςνα γηροκομάμε, γηροκομούμε
εσείςνα γηροκομάτε, γηροκομείτε
αυτοί/ές/άνα γηροκομάνε, γηροκομούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω γηροκομήσει
εσύνα έχεις γηροκομήσει
αυτός/ή/όνα έχει γηροκομήσει
εμείςνα έχουμε γηροκομήσει
εσείςνα έχετε γηροκομήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν γηροκομήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

γηροκομήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

γηροκομώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα γηροκομούσα
εσύθα γηροκομούσες
αυτός/ή/όθα γηροκομούσε
εμείςθα γηροκομούσαμε
εσείςθα γηροκομούσατε
αυτοί/ές/άθα γηροκομούσαν