BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

γαλβανίζομαι

гальванизироваться, воодушевляться

electroplate, enthuse

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώγαλβανίζομαι
εσύγαλβανίζεσαι
αυτός/ή/όγαλβανίζεται
εμείςγαλβανιζόμαστε
εσείςγαλβανίζεστε
αυτοί/ές/άγαλβανίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώγαλβανίστηκα
εσύγαλβανίστηκες
αυτός/ή/όγαλβανίστηκε
εμείςγαλβανιστήκαμε
εσείςγαλβανιστήκατε
αυτοί/ές/άγαλβανίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα γαλβανιστώ
εσύθα γαλβανιστείς
αυτός/ή/όθα γαλβανιστεί
εμείςθα γαλβανιστούμε
εσείςθα γαλβανιστείτε
αυτοί/ές/άθα γαλβανιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώγαλβανιζόμουν
εσύγαλβανιζόσουν
αυτός/ή/όγαλβανιζόταν
εμείςγαλβανιζόμαστε
εσείςγαλβανιζόσαστε
αυτοί/ές/άγαλβανίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα γαλβανίζομαι
εσύθα γαλβανίζεσαι
αυτός/ή/όθα γαλβανίζεται
εμείςθα γαλβανιζόμαστε
εσείςθα γαλβανίζεστε
αυτοί/ές/άθα γαλβανίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω γαλβανιστεί
εσύέχεις γαλβανιστεί
αυτός/ή/όέχει γαλβανιστεί
εμείςέχουμε γαλβανιστεί
εσείςέχετε γαλβανιστεί
αυτοί/ές/άέχουν γαλβανιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα γαλβανιστεί
εσύείχες γαλβανιστεί
αυτός/ή/όείχε γαλβανιστεί
εμείςείχαμε γαλβανιστεί
εσείςείχατε γαλβανιστεί
αυτοί/ές/άείχαν γαλβανιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω γαλβανιστεί
εσύθα έχεις γαλβανιστεί
αυτός/ή/όθα έχει γαλβανιστεί
εμείςθα έχουμε γαλβανιστεί
εσείςθα έχετε γαλβανιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν γαλβανιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύγαλβανίσου
εσείςγαλβανιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςγαλβανίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα γαλβανιστώ
εσύνα γαλβανιστείς
αυτός/ή/όνα γαλβανιστεί
εμείςνα γαλβανιστούμε
εσείςνα γαλβανιστείτε
αυτοί/ές/άνα γαλβανιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα γαλβανίζομαι
εσύνα γαλβανίζεσαι
αυτός/ή/όνα γαλβανίζεται
εμείςνα γαλβανιζόμαστε
εσείςνα γαλβανίζεστε
αυτοί/ές/άνα γαλβανίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω γαλβανιστεί
εσύνα έχεις γαλβανιστεί
αυτός/ή/όνα έχει γαλβανιστεί
εμείςνα έχουμε γαλβανιστεί
εσείςνα έχετε γαλβανιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν γαλβανιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

γαλβανιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα γαλβανιστώ
εσύθα γαλβανιστείς
αυτός/ή/όθα γαλβανιστεί
εμείςθα γαλβανιστούμε
εσείςθα γαλβανιστείτε
αυτοί/ές/άθα γαλβανιστούν