BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βρομίζομαι

пачкаться, загрязняться

be soiled / dirty

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβρομίζομαι
εσύβρομίζεσαι
αυτός/ή/όβρομίζεται
εμείςβρομιζόμαστε
εσείςβρομίζεστε
αυτοί/ές/άβρομίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβρομίστηκα
εσύβρομίστηκες
αυτός/ή/όβρομίστηκε
εμείςβρομιστήκαμε
εσείςβρομιστήκατε
αυτοί/ές/άβρομίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βρομιστώ
εσύθα βρομιστείς
αυτός/ή/όθα βρομιστεί
εμείςθα βρομιστούμε
εσείςθα βρομιστείτε
αυτοί/ές/άθα βρομιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβρομιζόμουν
εσύβρομιζόσουν
αυτός/ή/όβρομιζόταν
εμείςβρομιζόμαστε
εσείςβρομιζόσαστε
αυτοί/ές/άβρομίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βρομίζομαι
εσύθα βρομίζεσαι
αυτός/ή/όθα βρομίζεται
εμείςθα βρομιζόμαστε
εσείςθα βρομίζεστε
αυτοί/ές/άθα βρομίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βρομιστεί
εσύέχεις βρομιστεί
αυτός/ή/όέχει βρομιστεί
εμείςέχουμε βρομιστεί
εσείςέχετε βρομιστεί
αυτοί/ές/άέχουν βρομιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βρομιστεί
εσύείχες βρομιστεί
αυτός/ή/όείχε βρομιστεί
εμείςείχαμε βρομιστεί
εσείςείχατε βρομιστεί
αυτοί/ές/άείχαν βρομιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βρομιστεί
εσύθα έχεις βρομιστεί
αυτός/ή/όθα έχει βρομιστεί
εμείςθα έχουμε βρομιστεί
εσείςθα έχετε βρομιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν βρομιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβρομίσου
εσείςβρομιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςβρομίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βρομιστώ
εσύνα βρομιστείς
αυτός/ή/όνα βρομιστεί
εμείςνα βρομιστούμε
εσείςνα βρομιστείτε
αυτοί/ές/άνα βρομιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βρομίζομαι
εσύνα βρομίζεσαι
αυτός/ή/όνα βρομίζεται
εμείςνα βρομιζόμαστε
εσείςνα βρομίζεστε
αυτοί/ές/άνα βρομίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βρομιστεί
εσύνα έχεις βρομιστεί
αυτός/ή/όνα έχει βρομιστεί
εμείςνα έχουμε βρομιστεί
εσείςνα έχετε βρομιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν βρομιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βρομιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βρομιστώ
εσύθα βρομιστείς
αυτός/ή/όθα βρομιστεί
εμείςθα βρομιστούμε
εσείςθα βρομιστείτε
αυτοί/ές/άθα βρομιστούν