BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βραχνιάζω

охрипнуть, говорить хриплым голосом

become hoarse, raucus voice

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβραχνιάζω
εσύβραχνιάζεις
αυτός/ή/όβραχνιάζει
εμείςβραχνιάζουμε
εσείςβραχνιάζετε
αυτοί/ές/άβραχνιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβράχνιασα
εσύβράχνιασες
αυτός/ή/όβράχνιασε
εμείςβραχνιάσαμε
εσείςβραχνιάσαμε
αυτοί/ές/άβράχνιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βραχνιάσω
εσύθα βραχνιάσεις
αυτός/ή/όθα βραχνιάσει
εμείςθα βραχνιάσουμε
εσείςθα βραχνιάσετε
αυτοί/ές/άθα βραχνιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβράχνιαζα
εσύβράχνιαζες
αυτός/ή/όβράχνιαζε
εμείςβραχνιάζαμε
εσείςβραχνιάζατε
αυτοί/ές/άβράχνιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βραχνιάζω
εσύθα βραχνιάζεις
αυτός/ή/όθα βραχνιάζει
εμείςθα βραχνιάζουμε
εσείςθα βραχνιάζετε
αυτοί/ές/άθα βραχνιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βραχνιάσει
εσύέχεις βραχνιάσει
αυτός/ή/όέχει βραχνιάσει
εμείςέχουμε βραχνιάσει
εσείςέχετε βραχνιάσει
αυτοί/ές/άέχουν βραχνιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βραχνιάσει
εσύείχες βραχνιάσει
αυτός/ή/όείχε βραχνιάσει
εμείςείχαμε βραχνιάσει
εσείςείχατε βραχνιάσει
αυτοί/ές/άείχαν βραχνιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βραχνιάσει
εσύθα έχεις βραχνιάσει
αυτός/ή/όθα έχει βραχνιάσει
εμείςθα έχουμε βραχνιάσει
εσείςθα έχετε βραχνιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν βραχνιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβράχνιασε
εσείςβραχνιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύβράχνιαζε
εσείςβραχνιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βραχνιάσω
εσύνα βραχνιάσεις
αυτός/ή/όνα βραχνιάσει
εμείςνα βραχνιάσουμε
εσείςνα βραχνιάσετε
αυτοί/ές/άνα βραχνιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βραχνιάζω
εσύνα βραχνιάζεις
αυτός/ή/όνα βραχνιάζει
εμείςνα βραχνιάζουμε
εσείςνα βραχνιάζετε
αυτοί/ές/άνα βραχνιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βραχνιάσει
εσύνα έχεις βραχνιάσει
αυτός/ή/όνα έχει βραχνιάσει
εμείςνα έχουμε βραχνιάσει
εσείςνα έχετε βραχνιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν βραχνιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βραχνιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βραχνιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

βραχνιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βράχνιαζα
εσύθα βράχνιαζες
αυτός/ή/όθα βράχνιαζε
εμείςθα βραχνιάζαμε
εσείςθα βραχνιάζατε
αυτοί/ές/άθα βράχνιαζαν