BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βουρκώνω

слезиться, наполняться слезами

tear up, well up

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβουρκώνω
εσύβουρκώνεις
αυτός/ή/όβουρκώνει
εμείςβουρκώνουμε
εσείςβουρκώνετε
αυτοί/ές/άβουρκώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβούρκωσα
εσύβούρκωσες
αυτός/ή/όβούρκωσε
εμείςβουρκώσαμε
εσείςβουρκώσατε
αυτοί/ές/άβούρκωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βουρκώσω
εσύθα βουρκώσεις
αυτός/ή/όθα βουρκώσει
εμείςθα βουρκώσουμε
εσείςθα βουρκώσετε
αυτοί/ές/άθα βουρκώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβούρκωνα
εσύβούρκωνες
αυτός/ή/όβούρκωνε
εμείςβουρκώναμε
εσείςβουρκώνατε
αυτοί/ές/άβούρκωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βουρκώνω
εσύθα βουρκώνεις
αυτός/ή/όθα βουρκώνει
εμείςθα βουρκώνουμε
εσείςθα βουρκώνετε
αυτοί/ές/άθα βουρκώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βουρκώσει
εσύέχεις βουρκώσει
αυτός/ή/όέχει βουρκώσει
εμείςέχουμε βουρκώσει
εσείςέχετε βουρκώσει
αυτοί/ές/άέχουν βουρκώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βουρκώσει
εσύείχες βουρκώσει
αυτός/ή/όείχε βουρκώσει
εμείςείχαμε βουρκώσει
εσείςείχατε βουρκώσει
αυτοί/ές/άείχαν βουρκώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βουρκώσει
εσύθα έχεις βουρκώσει
αυτός/ή/όθα έχει βουρκώσει
εμείςθα έχουμε βουρκώσει
εσείςθα έχετε βουρκώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν βουρκώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβούρκωσε
εσείςβουρκώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύβούρκωνε
εσείςβουρκώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βουρκώσω
εσύνα βουρκώσεις
αυτός/ή/όνα βουρκώσει
εμείςνα βουρκώσουμε
εσείςνα βουρκώσετε
αυτοί/ές/άνα βουρκώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βουρκώνω
εσύνα βουρκώνεις
αυτός/ή/όνα βουρκώνει
εμείςνα βουρκώνουμε
εσείςνα βουρκώνετε
αυτοί/ές/άνα βουρκώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βουρκώσει
εσύνα έχεις βουρκώσει
αυτός/ή/όνα έχει βουρκώσει
εμείςνα έχουμε βουρκώσει
εσείςνα έχετε βουρκώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν βουρκώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βουρκώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βουρκώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

βουρκωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βούρκωνα
εσύθα βούρκωνες
αυτός/ή/όθα βούρκωνε
εμείςθα βουρκώναμε
εσείςθα βουρκώνατε
αυτοί/ές/άθα βούρκωναν