BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βλάπτω

вредить, ранить, повреждать

harm, hurt, damage

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβλάπτω
εσύβλάπτεις
αυτός/ή/όβλάπτει
εμείςβλάπτουμε
εσείςβλάπτετε
αυτοί/ές/άβλάπτουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώέβλαψα
εσύέβλαψες
αυτός/ή/όέβλαψε
εμείςβλάψαμε
εσείςβλάψατε
αυτοί/ές/άέβλαψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βλάψω
εσύθα βλάψεις
αυτός/ή/όθα βλάψει
εμείςθα βλάψουμε
εσείςθα βλάψετε
αυτοί/ές/άθα βλάψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώέβλαπτα
εσύέβλαπτες
αυτός/ή/όέβλαπτε
εμείςβλάπταμε
εσείςβλάπτατε
αυτοί/ές/άέβλαπταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βλάπτω
εσύθα βλάπτεις
αυτός/ή/όθα βλάπτει
εμείςθα βλάπτουμε
εσείςθα βλάπτετε
αυτοί/ές/άθα βλάπτουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βλάψει
εσύέχεις βλάψει
αυτός/ή/όέχει βλάψει
εμείςέχουμε βλάψει
εσείςέχετε βλάψει
αυτοί/ές/άέχουν βλάψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βλάψει
εσύείχες βλάψει
αυτός/ή/όείχε βλάψει
εμείςείχαμε βλάψει
εσείςείχατε βλάψει
αυτοί/ές/άείχαν βλάψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βλάψει
εσύθα έχεις βλάψει
αυτός/ή/όθα έχει βλάψει
εμείςθα έχουμε βλάψει
εσείςθα έχετε βλάψει
αυτοί/ές/άθα έχουν βλάψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβλάψε
εσείςβλάψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύβλάπτε
εσείςβλάπτετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βλάψω
εσύνα βλάψεις
αυτός/ή/όνα βλάψει
εμείςνα βλάψουμε
εσείςνα βλάψετε
αυτοί/ές/άνα βλάψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βλάπτω
εσύνα βλάπτεις
αυτός/ή/όνα βλάπτει
εμείςνα βλάπτουμε
εσείςνα βλάπτετε
αυτοί/ές/άνα βλάπτουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βλάψει
εσύνα έχεις βλάψει
αυτός/ή/όνα έχει βλάψει
εμείςνα έχουμε βλάψει
εσείςνα έχετε βλάψει
αυτοί/ές/άνα έχουν βλάψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βλάψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βλάπτοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα έβλαπτα
εσύθα έβλαπτες
αυτός/ή/όθα έβλαπτε
εμείςθα βλάπταμε
εσείςθα βλάπτατε
αυτοί/ές/άθα έβλαπταν