BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βαθουλώνω

вдавливать, делать углубление

dent, hollow

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβαθουλώνω
εσύβαθουλώνεις
αυτός/ή/όβαθουλώνει
εμείςβαθουλώνουμε
εσείςβαθουλώνετε
αυτοί/ές/άβαθουλώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβαθούλωσα
εσύβαθούλωσες
αυτός/ή/όβαθούλωσε
εμείςβαθουλώσαμε
εσείςβαθουλώσατε
αυτοί/ές/άβαθούλωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βαθουλώσω
εσύθα βαθουλώσεις
αυτός/ή/όθα βαθουλώσει
εμείςθα βαθουλώσουμε
εσείςθα βαθουλώσετε
αυτοί/ές/άθα βαθουλώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβαθούλωνα
εσύβαθούλωνες
αυτός/ή/όβαθούλωνε
εμείςβαθουλώναμε
εσείςβαθουλώνατε
αυτοί/ές/άβαθούλωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βαθουλώνω
εσύθα βαθουλώνεις
αυτός/ή/όθα βαθουλώνει
εμείςθα βαθουλώνουμε
εσείςθα βαθουλώνετε
αυτοί/ές/άθα βαθουλώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βαθουλώσει
εσύέχεις βαθουλώσει
αυτός/ή/όέχει βαθουλώσει
εμείςέχουμε βαθουλώσει
εσείςέχετε βαθουλώσει
αυτοί/ές/άέχουν βαθουλώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βαθουλώσει
εσύείχες βαθουλώσει
αυτός/ή/όείχε βαθουλώσει
εμείςείχαμε βαθουλώσει
εσείςείχατε βαθουλώσει
αυτοί/ές/άείχαν βαθουλώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βαθουλώσει
εσύθα έχεις βαθουλώσει
αυτός/ή/όθα έχει βαθουλώσει
εμείςθα έχουμε βαθουλώσει
εσείςθα έχετε βαθουλώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν βαθουλώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβαθούλωσε
εσείςβαθουλώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύβαθούλωνε
εσείςβαθουλώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βαθουλώσω
εσύνα βαθουλώσεις
αυτός/ή/όνα βαθουλώσει
εμείςνα βαθουλώσουμε
εσείςνα βαθουλώσετε
αυτοί/ές/άνα βαθουλώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βαθουλώνω
εσύνα βαθουλώνεις
αυτός/ή/όνα βαθουλώνει
εμείςνα βαθουλώνουμε
εσείςνα βαθουλώνετε
αυτοί/ές/άνα βαθουλώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βαθουλώσει
εσύνα έχεις βαθουλώσει
αυτός/ή/όνα έχει βαθουλώσει
εμείςνα έχουμε βαθουλώσει
εσείςνα έχετε βαθουλώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν βαθουλώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βαθουλώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

βαθουλώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βαθούλωνα
εσύθα βαθούλωνες
αυτός/ή/όθα βαθούλωνε
εμείςθα βαθουλώναμε
εσείςθα βαθουλώνατε
αυτοί/ές/άθα βαθούλωναν