BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

βάφομαι

краситься, быть окрашенным

fix one's face, be painted

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώβάφομαι
εσύβάφεσαι
αυτός/ή/όβάφεται
εμείςβαφόμαστε
εσείςβάφεστε
αυτοί/ές/άβάφονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώβάφτηκα
εσύβάφτηκες
αυτός/ή/όβάφτηκε
εμείςβαφτήκαμε
εσείςβαφτήκατε
αυτοί/ές/άβάφτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα βαφτώ
εσύθα βαφτείς
αυτός/ή/όθα βαφτεί
εμείςθα βαφτούμε
εσείςθα βαφτείτε
αυτοί/ές/άθα βαφτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώβαφόμουν
εσύβαφόσουν
αυτός/ή/όβαφόταν
εμείςβαφόμαστε
εσείςβαφόσαστε
αυτοί/ές/άβάφονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα βάφομαι
εσύθα βάφεσαι
αυτός/ή/όθα βάφεται
εμείςθα βαφόμαστε
εσείςθα βάφεστε
αυτοί/ές/άθα βάφονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω βαφτεί
εσύέχεις βαφτεί
αυτός/ή/όέχει βαφτεί
εμείςέχουμε βαφτεί
εσείςέχετε βαφτεί
αυτοί/ές/άέχουν βαφτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα βαφτεί
εσύείχες βαφτεί
αυτός/ή/όείχε βαφτεί
εμείςείχαμε βαφτεί
εσείςείχατε βαφτεί
αυτοί/ές/άείχαν βαφτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω βαφτεί
εσύθα έχεις βαφτεί
αυτός/ή/όθα έχει βαφτεί
εμείςθα έχουμε βαφτεί
εσείςθα έχετε βαφτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν βαφτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύβάψου
εσείςβαφτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςβάφεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα βαφτώ
εσύνα βαφτείς
αυτός/ή/όνα βαφτεί
εμείςνα βαφτούμε
εσείςνα βαφτείτε
αυτοί/ές/άνα βαφτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα βάφομαι
εσύνα βάφεσαι
αυτός/ή/όνα βάφεται
εμείςνα βαφόμαστε
εσείςνα βάφεστε
αυτοί/ές/άνα βάφονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω βαφτεί
εσύνα έχεις βαφτεί
αυτός/ή/όνα έχει βαφτεί
εμείςνα έχουμε βαφτεί
εσείςνα έχετε βαφτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν βαφτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

βαφτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα βαφτώ
εσύθα βαφτείς
αυτός/ή/όθα βαφτεί
εμείςθα βαφτούμε
εσείςθα βαφτείτε
αυτοί/ές/άθα βαφτούν