BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αφομοιώνω

ассимилировать, усваивать

assimilate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαφομοιώνω
εσύαφομοιώνεις
αυτός/ή/όαφομοιώνει
εμείςαφομοιώνουμε
εσείςαφομοιώνετε
αυτοί/ές/άαφομοιώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαφομοίωσα
εσύαφομοίωσες
αυτός/ή/όαφομοίωσε
εμείςαφομοίωσαμε
εσείςαφομοιώσατε
αυτοί/ές/άαφομοίωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αφομοιώσω
εσύθα αφομοιώσεις
αυτός/ή/όθα αφομοιώσει
εμείςθα αφομοιώσουμε
εσείςθα αφομοιώσετε
αυτοί/ές/άθα αφομοιώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαφομοίωνα
εσύαφομοίωνες
αυτός/ή/όαφομοίωνε
εμείςαφομοιώναμε
εσείςαφομοιώνατε
αυτοί/ές/άαφομοίωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αφομοιώνω
εσύθα αφομοιώνεις
αυτός/ή/όθα αφομοιώνει
εμείςθα αφομοιώνουμε
εσείςθα αφομοιώνετε
αυτοί/ές/άθα αφομοιώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αφομοιώσει
εσύέχεις αφομοιώσει
αυτός/ή/όέχει αφομοιώσει
εμείςέχουμε αφομοιώσει
εσείςέχετε αφομοιώσει
αυτοί/ές/άέχουν αφομοιώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αφομοιώσει
εσύείχες αφομοιώσει
αυτός/ή/όείχε αφομοιώσει
εμείςείχαμε αφομοιώσει
εσείςείχατε αφομοιώσει
αυτοί/ές/άείχαν αφομοιώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αφομοιώσει
εσύθα έχεις αφομοιώσει
αυτός/ή/όθα έχει αφομοιώσει
εμείςθα έχουμε αφομοιώσει
εσείςθα έχετε αφομοιώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αφομοιώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαφομοίωσε
εσείςαφομοιώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαφομοίωνε
εσείςαφομοιώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αφομοιώσω
εσύνα αφομοιώσεις
αυτός/ή/όνα αφομοιώσει
εμείςνα αφομοιώσουμε
εσείςνα αφομοιώσετε
αυτοί/ές/άνα αφομοιώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αφομοιώνω
εσύνα αφομοιώνεις
αυτός/ή/όνα αφομοιώνει
εμείςνα αφομοιώνουμε
εσείςνα αφομοιώνετε
αυτοί/ές/άνα αφομοιώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αφομοιώσει
εσύνα έχεις αφομοιώσει
αυτός/ή/όνα έχει αφομοιώσει
εμείςνα έχουμε αφομοιώσει
εσείςνα έχετε αφομοιώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αφομοιώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αφομοιώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αφομοιώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αφομοίωνα
εσύθα αφομοίωνες
αυτός/ή/όθα αφομοίωνε
εμείςθα αφομοιώναμε
εσείςθα αφομοιώνατε
αυτοί/ές/άθα αφομοίωναν