BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ασχημαίνω

уродовать, обезображивать, портить вид

deface, disfigure, uglify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώασχημαίνω
εσύασχημαίνεις
αυτός/ή/όασχημαίνει
εμείςασχημαίνουμε
εσείςασχημαίνετε
αυτοί/ές/άασχημαίνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώασχήμυνα
εσύασχήμυνες
αυτός/ή/όασχήμυνε
εμείςασχημύναμε
εσείςασχημύνατε
αυτοί/ές/άασχήμυναν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ασχημύνω
εσύθα ασχημύνεις
αυτός/ή/όθα ασχημύνει
εμείςθα ασχημύνουμε
εσείςθα ασχημύνετε
αυτοί/ές/άθα ασχημύνουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώασχήμαινα
εσύασχήμαινες
αυτός/ή/όασχήμαινε
εμείςασχημαίναμε
εσείςασχημαίνατε
αυτοί/ές/άασχήμαιναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ασχημαίνω
εσύθα ασχημαίνεις
αυτός/ή/όθα ασχημαίνει
εμείςθα ασχημαίνουμε
εσείςθα ασχημαίνετε
αυτοί/ές/άθα ασχημαίνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ασχημύνει
εσύέχεις ασχημύνει
αυτός/ή/όέχει ασχημύνει
εμείςέχουμε ασχημύνει
εσείςέχετε ασχημύνει
αυτοί/ές/άέχουν ασχημύνει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ασχημύνει
εσύείχες ασχημύνει
αυτός/ή/όείχε ασχημύνει
εμείςείχαμε ασχημύνει
εσείςείχατε ασχημύνει
αυτοί/ές/άείχαν ασχημύνει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ασχημύνει
εσύθα έχεις ασχημύνει
αυτός/ή/όθα έχει ασχημύνει
εμείςθα έχουμε ασχημύνει
εσείςθα έχετε ασχημύνει
αυτοί/ές/άθα έχουν ασχημύνει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύασχήμυνε
εσείςασχημύνετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύασχήμαινε
εσείςασχημαίνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ασχημύνω
εσύνα ασχημύνεις
αυτός/ή/όνα ασχημύνει
εμείςνα ασχημύνουμε
εσείςνα ασχημύνετε
αυτοί/ές/άνα ασχημύνουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ασχημαίνω
εσύνα ασχημαίνεις
αυτός/ή/όνα ασχημαίνει
εμείςνα ασχημαίνουμε
εσείςνα ασχημαίνετε
αυτοί/ές/άνα ασχημαίνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ασχημύνει
εσύνα έχεις ασχημύνει
αυτός/ή/όνα έχει ασχημύνει
εμείςνα έχουμε ασχημύνει
εσείςνα έχετε ασχημύνει
αυτοί/ές/άνα έχουν ασχημύνει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ασχημύνει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ασχημαίνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ασχήμαινα
εσύθα ασχήμαινες
αυτός/ή/όθα ασχήμαινε
εμείςθα ασχημαίναμε
εσείςθα ασχημαίνατε
αυτοί/ές/άθα ασχήμαιναν