BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αρχίζω

неправильный

начинать, приступать, стартовать

begin, commence, start

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαρχίζω
εσύαρχίζεις
αυτός/ή/όαρχίζει
εμείςαρχίζουμε
εσείςαρχίζετε
αυτοί/ές/άαρχίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώάρχισα
εσύάρχισες
αυτός/ή/όάρχισε
εμείςαρχίσαμε
εσείςαρχίσατε
αυτοί/ές/άάρχισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αρχίσω
εσύθα αρχίσεις
αυτός/ή/όθα αρχίσει
εμείςθα αρχίσουμε
εσείςθα αρχίσετε
αυτοί/ές/άθα αρχίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώάρχιζα
εσύάρχιζες
αυτός/ή/όάρχιζε
εμείςαρχίζαμε
εσείςαρχίζατε
αυτοί/ές/άάρχιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αρχίζω
εσύθα αρχίζεις
αυτός/ή/όθα αρχίζει
εμείςθα αρχίζουμε
εσείςθα αρχίζετε
αυτοί/ές/άθα αρχίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αρχίσει
εσύέχεις αρχίσει
αυτός/ή/όέχει αρχίσει
εμείςέχουμε αρχίσει
εσείςέχετε αρχίσει
αυτοί/ές/άέχουν αρχίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αρχίσει
εσύείχες αρχίσει
αυτός/ή/όείχε αρχίσει
εμείςείχαμε αρχίσει
εσείςείχατε αρχίσει
αυτοί/ές/άείχαν αρχίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αρχίσει
εσύθα έχεις αρχίσει
αυτός/ή/όθα έχει αρχίσει
εμείςθα έχουμε αρχίσει
εσείςθα έχετε αρχίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αρχίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύάρχισε
εσείςαρχίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύάρχιζε
εσείςαρχίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αρχίσω
εσύνα αρχίσεις
αυτός/ή/όνα αρχίσει
εμείςνα αρχίσουμε
εσείςνα αρχίσετε
αυτοί/ές/άνα αρχίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αρχίζω
εσύνα αρχίζεις
αυτός/ή/όνα αρχίζει
εμείςνα αρχίζουμε
εσείςνα αρχίζετε
αυτοί/ές/άνα αρχίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αρχίσει
εσύνα έχεις αρχίσει
αυτός/ή/όνα έχει αρχίσει
εμείςνα έχουμε αρχίσει
εσείςνα έχετε αρχίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αρχίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αρχίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αρχίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα άρχιζα
εσύθα άρχιζες
αυτός/ή/όθα άρχιζε
εμείςθα αρχίζαμε
εσείςθα αρχίζατε
αυτοί/ές/άθα άρχιζαν