BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αποστρατεύω

демобилизовать, отправлять в отставку

demobilize, retire

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαποστρατεύω
εσύαποστρατεύεις
αυτός/ή/όαποστρατεύει
εμείςαποστρατεύουμε
εσείςαποστρατεύετε
αυτοί/ές/άαποστρατεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαποστράτευσα
εσύαποστράτευσες
αυτός/ή/όαποστράτευσε
εμείςαποστρατεύσαμε
εσείςαποστρατεύσατε
αυτοί/ές/άαποστράτευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αποστρατεύσω
εσύθα αποστρατεύσεις
αυτός/ή/όθα αποστρατεύσει
εμείςθα αποστρατεύσουμε
εσείςθα αποστρατεύσετε
αυτοί/ές/άθα αποστρατεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαποστράτευα
εσύαποστράτευες
αυτός/ή/όαποστράτευε
εμείςαποστρατεύαμε
εσείςαποστρατεύατε
αυτοί/ές/άαποστράτευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αποστρατεύω
εσύθα αποστρατεύεις
αυτός/ή/όθα αποστρατεύει
εμείςθα αποστρατεύουμε
εσείςθα αποστρατεύετε
αυτοί/ές/άθα αποστρατεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αποστρατεύσει
εσύέχεις αποστρατεύσει
αυτός/ή/όέχει αποστρατεύσει
εμείςέχουμε αποστρατεύσει
εσείςέχετε αποστρατεύσει
αυτοί/ές/άέχουν αποστρατεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αποστρατεύσει
εσύείχες αποστρατεύσει
αυτός/ή/όείχε αποστρατεύσει
εμείςείχαμε αποστρατεύσει
εσείςείχατε αποστρατεύσει
αυτοί/ές/άείχαν αποστρατεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αποστρατεύσει
εσύθα έχεις αποστρατεύσει
αυτός/ή/όθα έχει αποστρατεύσει
εμείςθα έχουμε αποστρατεύσει
εσείςθα έχετε αποστρατεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αποστρατεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαποστράτευσε
εσείςαποστρατεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαποστράτευε
εσείςαποστρατεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αποστρατεύσω
εσύνα αποστρατεύσεις
αυτός/ή/όνα αποστρατεύσει
εμείςνα αποστρατεύσουμε
εσείςνα αποστρατεύσετε
αυτοί/ές/άνα αποστρατεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αποστρατεύω
εσύνα αποστρατεύεις
αυτός/ή/όνα αποστρατεύει
εμείςνα αποστρατεύουμε
εσείςνα αποστρατεύετε
αυτοί/ές/άνα αποστρατεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αποστρατεύσει
εσύνα έχεις αποστρατεύσει
αυτός/ή/όνα έχει αποστρατεύσει
εμείςνα έχουμε αποστρατεύσει
εσείςνα έχετε αποστρατεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αποστρατεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αποστρατεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αποστρατεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αποστράτευα
εσύθα αποστράτευες
αυτός/ή/όθα αποστράτευε
εμείςθα αποστρατεύαμε
εσείςθα αποστρατεύατε
αυτοί/ές/άθα αποστράτευαν