BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αποξηραίνω

высушивать, обезвоживать

dry out, dehydrate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαποξηραίνω
εσύαποξηραίνεις
αυτός/ή/όαποξηραίνει
εμείςαποξηραίνουμε
εσείςαποξηραίνετε
αυτοί/ές/άαποξηραίνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαποξήρανα
εσύαποξήρανες
αυτός/ή/όαποξήρανε
εμείςαποξηράναμε
εσείςαποξηράνατε
αυτοί/ές/άαποξήραναν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αποξηράνω
εσύθα αποξηράνεις
αυτός/ή/όθα αποξηράνει
εμείςθα αποξηράνουμε
εσείςθα αποξηράνετε
αυτοί/ές/άθα αποξηράνουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαποξήραινα
εσύαποξήραινες
αυτός/ή/όαποξήραινε
εμείςαποξηραίναμε
εσείςαποξηραίνατε
αυτοί/ές/άαποξήραιναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αποξηραίνω
εσύθα αποξηραίνεις
αυτός/ή/όθα αποξηραίνει
εμείςθα αποξηραίνουμε
εσείςθα αποξηραίνετε
αυτοί/ές/άθα αποξηραίνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αποξηράνει
εσύέχεις αποξηράνει
αυτός/ή/όέχει αποξηράνει
εμείςέχουμε αποξηράνει
εσείςέχετε αποξηράνει
αυτοί/ές/άέχουν αποξηράνει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αποξηράνει
εσύείχες αποξηράνει
αυτός/ή/όείχε αποξηράνει
εμείςείχαμε αποξηράνει
εσείςείχατε αποξηράνει
αυτοί/ές/άείχαν αποξηράνει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αποξηράνει
εσύθα έχεις αποξηράνει
αυτός/ή/όθα έχει αποξηράνει
εμείςθα έχουμε αποξηράνει
εσείςθα έχετε αποξηράνει
αυτοί/ές/άθα έχουν αποξηράνει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαποξήρανε
εσείςαποξηράνετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαποξήραινε
εσείςαποξηραίνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αποξηράνω
εσύνα αποξηράνεις
αυτός/ή/όνα αποξηράνει
εμείςνα αποξηράνουμε
εσείςνα αποξηράνετε
αυτοί/ές/άνα αποξηράνουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αποξηραίνω
εσύνα αποξηραίνεις
αυτός/ή/όνα αποξηραίνει
εμείςνα αποξηραίνουμε
εσείςνα αποξηραίνετε
αυτοί/ές/άνα αποξηραίνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αποξηράνει
εσύνα έχεις αποξηράνει
αυτός/ή/όνα έχει αποξηράνει
εμείςνα έχουμε αποξηράνει
εσείςνα έχετε αποξηράνει
αυτοί/ές/άνα έχουν αποξηράνει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αποξηράνει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αποξηραίνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αποξήραινα
εσύθα αποξήραινες
αυτός/ή/όθα αποξήραινε
εμείςθα αποξηραίναμε
εσείςθα αποξηραίνατε
αυτοί/ές/άθα αποξήραιναν