BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αποξενώνω

отчуждать, отдалять

estrange, alienate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαποξενώνω
εσύαποξενώνεις
αυτός/ή/όαποξενώνει
εμείςαποξενώνουμε
εσείςαποξενώνετε
αυτοί/ές/άαποξενώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαποξένωσα
εσύαποξένωσες
αυτός/ή/όαποξένωσε
εμείςαποξενώσαμε
εσείςαποξενώσατε
αυτοί/ές/άαποξένωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αποξενώσω
εσύθα αποξενώσεις
αυτός/ή/όθα αποξενώσει
εμείςθα αποξενώσουμε
εσείςθα αποξενώσετε
αυτοί/ές/άθα αποξενώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαποξένωνα
εσύαποξένωνες
αυτός/ή/όαποξένωνε
εμείςαποξενώναμε
εσείςαποξενώνατε
αυτοί/ές/άαποξένωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αποξενώνω
εσύθα αποξενώνεις
αυτός/ή/όθα αποξενώνει
εμείςθα αποξενώνουμε
εσείςθα αποξενώνετε
αυτοί/ές/άθα αποξενώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αποξενώσει
εσύέχεις αποξενώσει
αυτός/ή/όέχει αποξενώσει
εμείςέχουμε αποξενώσει
εσείςέχετε αποξενώσει
αυτοί/ές/άέχουν αποξενώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αποξενώσει
εσύείχες αποξενώσει
αυτός/ή/όείχε αποξενώσει
εμείςείχαμε αποξενώσει
εσείςείχατε αποξενώσει
αυτοί/ές/άείχαν αποξενώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αποξενώσει
εσύθα έχεις αποξενώσει
αυτός/ή/όθα έχει αποξενώσει
εμείςθα έχουμε αποξενώσει
εσείςθα έχετε αποξενώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αποξενώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαποξένωσε
εσείςαποξενώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαποξένωνε
εσείςαποξενώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αποξενώσω
εσύνα αποξενώσεις
αυτός/ή/όνα αποξενώσει
εμείςνα αποξενώσουμε
εσείςνα αποξενώσετε
αυτοί/ές/άνα αποξενώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αποξενώνω
εσύνα αποξενώνεις
αυτός/ή/όνα αποξενώνει
εμείςνα αποξενώνουμε
εσείςνα αποξενώνετε
αυτοί/ές/άνα αποξενώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αποξενώσει
εσύνα έχεις αποξενώσει
αυτός/ή/όνα έχει αποξενώσει
εμείςνα έχουμε αποξενώσει
εσείςνα έχετε αποξενώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αποξενώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αποξενώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αποξενώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αποξένωνα
εσύθα αποξένωνες
αυτός/ή/όθα αποξένωνε
εμείςθα αποξενώναμε
εσείςθα αποξενώνατε
αυτοί/ές/άθα αποξένωναν