BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απονευρώνω

удалять нерв

root canal

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπονευρώνω
εσύαπονευρώνεις
αυτός/ή/όαπονευρώνει
εμείςαπονευρώνουμε
εσείςαπονευρώνετε
αυτοί/ές/άαπονευρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπονεύρωσα
εσύαπονεύρωσες
αυτός/ή/όαπονεύρωσε
εμείςαπονευρώσαμε
εσείςαπονευρώσατε
αυτοί/ές/άαπονεύρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απονευρώσω
εσύθα απονευρώσεις
αυτός/ή/όθα απονευρώσει
εμείςθα απονευρώσουμε
εσείςθα απονευρώσετε
αυτοί/ές/άθα απονευρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπονεύρωνα
εσύαπονεύρωνες
αυτός/ή/όαπονεύρωνε
εμείςαπονευρώναμε
εσείςαπονευρώνατε
αυτοί/ές/άαπονεύρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απονευρώνω
εσύθα απονευρώνεις
αυτός/ή/όθα απονευρώνει
εμείςθα απονευρώνουμε
εσείςθα απονευρώνετε
αυτοί/ές/άθα απονευρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απονευρώσει
εσύέχεις απονευρώσει
αυτός/ή/όέχει απονευρώσει
εμείςέχουμε απονευρώσει
εσείςέχετε απονευρώσει
αυτοί/ές/άέχουν απονευρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απονευρώσει
εσύείχες απονευρώσει
αυτός/ή/όείχε απονευρώσει
εμείςείχαμε απονευρώσει
εσείςείχατε απονευρώσει
αυτοί/ές/άείχαν απονευρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απονευρώσει
εσύθα έχεις απονευρώσει
αυτός/ή/όθα έχει απονευρώσει
εμείςθα έχουμε απονευρώσει
εσείςθα έχετε απονευρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν απονευρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπονεύρωσε
εσείςαπονευρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαπονεύρωνε
εσείςαπονευρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απονευρώσω
εσύνα απονευρώσεις
αυτός/ή/όνα απονευρώσει
εμείςνα απονευρώσουμε
εσείςνα απονευρώσετε
αυτοί/ές/άνα απονευρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απονευρώνω
εσύνα απονευρώνεις
αυτός/ή/όνα απονευρώνει
εμείςνα απονευρώνουμε
εσείςνα απονευρώνετε
αυτοί/ές/άνα απονευρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απονευρώσει
εσύνα έχεις απονευρώσει
αυτός/ή/όνα έχει απονευρώσει
εμείςνα έχουμε απονευρώσει
εσείςνα έχετε απονευρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν απονευρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απονευρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απονευρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απονεύρωνα
εσύθα απονεύρωνες
αυτός/ή/όθα απονεύρωνε
εμείςθα απονευρώναμε
εσείςθα απονευρώνατε
αυτοί/ές/άθα απονεύρωναν