BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

απομονώνομαι

быть изолированным

be isolated

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπομονώνομαι
εσύαπομονώνεσαι
αυτός/ή/όαπομονώνεται
εμείςαπομονωνόμαστε
εσείςαπομονώνεστε
αυτοί/ές/άαπομονώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπομονώθηκα
εσύαπομονώθηκες
αυτός/ή/όαπομονώθηκε
εμείςαπομονωθήκαμε
εσείςαπομονωθήκατε
αυτοί/ές/άαπομονώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απομονωθώ
εσύθα απομονωθείς
αυτός/ή/όθα απομονωθεί
εμείςθα απομονωθούμε
εσείςθα απομονωθείτε
αυτοί/ές/άθα απομονωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπομονωνόμουν
εσύαπομονωνόσουν
αυτός/ή/όαπομονωνόταν
εμείςαπομονωνόμαστε
εσείςαπομονωνόσαστε
αυτοί/ές/άαπομονώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απομονώνομαι
εσύθα απομονώνεσαι
αυτός/ή/όθα απομονώνεται
εμείςθα απομονωνόμαστε
εσείςθα απομονώνεστε
αυτοί/ές/άθα απομονώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απομονωθεί
εσύέχεις απομονωθεί
αυτός/ή/όέχει απομονωθεί
εμείςέχουμε απομονωθεί
εσείςέχετε απομονωθεί
αυτοί/ές/άέχουν απομονωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απομονωθεί
εσύείχες απομονωθεί
αυτός/ή/όείχε απομονωθεί
εμείςείχαμε απομονωθεί
εσείςείχατε απομονωθεί
αυτοί/ές/άείχαν απομονωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απομονωθεί
εσύθα έχεις απομονωθεί
αυτός/ή/όθα έχει απομονωθεί
εμείςθα έχουμε απομονωθεί
εσείςθα έχετε απομονωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν απομονωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπομονώσου
εσείςαπομονωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαπομονώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απομονωθώ
εσύνα απομονωθείς
αυτός/ή/όνα απομονωθεί
εμείςνα απομονωθούμε
εσείςνα απομονωθείτε
αυτοί/ές/άνα απομονωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απομονώνομαι
εσύνα απομονώνεσαι
αυτός/ή/όνα απομονώνεται
εμείςνα απομονωνόμαστε
εσείςνα απομονώνεστε
αυτοί/ές/άνα απομονώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απομονωθεί
εσύνα έχεις απομονωθεί
αυτός/ή/όνα έχει απομονωθεί
εμείςνα έχουμε απομονωθεί
εσείςνα έχετε απομονωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν απομονωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απομονωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απομονωθώ
εσύθα απομονωθείς
αυτός/ή/όθα απομονωθεί
εμείςθα απομονωθούμε
εσείςθα απομονωθείτε
αυτοί/ές/άθα απομονωθούν