BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αποκτάω, αποκτώ

приобретать, получать, добывать

acquire, obtain, get

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαποκτάω, αποκτώ
εσύαποκτάς
αυτός/ή/όαποκτάει, αποκτά
εμείςαποκτάμε, αποκτούμε
εσείςαποκτάτε
αυτοί/ές/άαποκτάνε, αποκτούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπέκτησα
εσύαπέκτησες
αυτός/ή/όαπέκτησε
εμείςαποκτήσαμε
εσείςαποκτήσατε
αυτοί/ές/άαπέκτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αποκτήσω
εσύθα αποκτήσεις
αυτός/ή/όθα αποκτήσει
εμείςθα αποκτήσουμε
εσείςθα αποκτήσετε
αυτοί/ές/άθα αποκτήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαποκτούσα
εσύαποκτούσες
αυτός/ή/όαποκτούσε
εμείςαποκτούσαμε
εσείςαποκτούσατε
αυτοί/ές/άαποκτούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αποκτάω, αποκτώ
εσύθα αποκτάς
αυτός/ή/όθα αποκτάει, αποκτά
εμείςθα αποκτάμε, αποκτούμε
εσείςθα αποκτάτε
αυτοί/ές/άθα αποκτάνε, αποκτούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αποκτήσει
εσύέχεις αποκτήσει
αυτός/ή/όέχει αποκτήσει
εμείςέχουμε αποκτήσει
εσείςέχετε αποκτήσει
αυτοί/ές/άέχουν αποκτήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αποκτήσει
εσύείχες αποκτήσει
αυτός/ή/όείχε αποκτήσει
εμείςείχαμε αποκτήσει
εσείςείχατε αποκτήσει
αυτοί/ές/άείχαν αποκτήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αποκτήσει
εσύθα έχεις αποκτήσει
αυτός/ή/όθα έχει αποκτήσει
εμείςθα έχουμε αποκτήσει
εσείςθα έχετε αποκτήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αποκτήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπόκτησε
εσείςαποκτήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαπόκτα
εσείςαποκτάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αποκτήσω
εσύνα αποκτήσεις
αυτός/ή/όνα αποκτήσει
εμείςνα αποκτήσουμε
εσείςνα αποκτήσετε
αυτοί/ές/άνα αποκτήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αποκτάω, αποκτώ
εσύνα αποκτάς
αυτός/ή/όνα αποκτάει, αποκτά
εμείςνα αποκτάμε, αποκτούμε
εσείςνα αποκτάτε
αυτοί/ές/άνα αποκτάνε, αποκτούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αποκτήσει
εσύνα έχεις αποκτήσει
αυτός/ή/όνα έχει αποκτήσει
εμείςνα έχουμε αποκτήσει
εσείςνα έχετε αποκτήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αποκτήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αποκτήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αποκτώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αποκτούσα
εσύθα αποκτούσες
αυτός/ή/όθα αποκτούσε
εμείςθα αποκτούσαμε
εσείςθα αποκτούσατε
αυτοί/ές/άθα αποκτούσαν