BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απλώνω

расширять, распространять, растягивать

extend, spread, stretch

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπλώνω
εσύαπλώνεις
αυτός/ή/όαπλώνει
εμείςαπλώνουμε
εσείςαπλώνετε
αυτοί/ές/άαπλώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώάπλωσα
εσύάπλωσες
αυτός/ή/όάπλωσε
εμείςαπλώσαμε
εσείςαπλώσατε
αυτοί/ές/άάπλωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απλώσω
εσύθα απλώσεις
αυτός/ή/όθα απλώσει
εμείςθα απλώσουμε
εσείςθα απλώσετε
αυτοί/ές/άθα απλώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώάπλωνα
εσύάπλωνες
αυτός/ή/όάπλωνε
εμείςαπλώναμε
εσείςαπλώνατε
αυτοί/ές/άάπλωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απλώνω
εσύθα απλώνεις
αυτός/ή/όθα απλώνει
εμείςθα απλώνουμε
εσείςθα απλώνετε
αυτοί/ές/άθα απλώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απλώσει
εσύέχεις απλώσει
αυτός/ή/όέχει απλώσει
εμείςέχουμε απλώσει
εσείςέχετε απλώσει
αυτοί/ές/άέχουν απλώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απλώσει
εσύείχες απλώσει
αυτός/ή/όείχε απλώσει
εμείςείχαμε απλώσει
εσείςείχατε απλώσει
αυτοί/ές/άείχαν απλώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απλώσει
εσύθα έχεις απλώσει
αυτός/ή/όθα έχει απλώσει
εμείςθα έχουμε απλώσει
εσείςθα έχετε απλώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν απλώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύάπλωσε
εσείςαπλώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύάπλωνε
εσείςαπλώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απλώσω
εσύνα απλώσεις
αυτός/ή/όνα απλώσει
εμείςνα απλώσουμε
εσείςνα απλώσετε
αυτοί/ές/άνα απλώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απλώνω
εσύνα απλώνεις
αυτός/ή/όνα απλώνει
εμείςνα απλώνουμε
εσείςνα απλώνετε
αυτοί/ές/άνα απλώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απλώσει
εσύνα έχεις απλώσει
αυτός/ή/όνα έχει απλώσει
εμείςνα έχουμε απλώσει
εσείςνα έχετε απλώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν απλώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απλώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απλώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα άπλωνα
εσύθα άπλωνες
αυτός/ή/όθα άπλωνε
εμείςθα απλώναμε
εσείςθα απλώνατε
αυτοί/ές/άθα άπλωναν