BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απλουστεύομαι

упрощаться

be simplified

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπλουστεύομαι
εσύαπλουστεύεσαι
αυτός/ή/όαπλουστεύεται
εμείςαπλουστευόμαστε
εσείςαπλουστεύεστε
αυτοί/ές/άαπλουστεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπλουστεύτηκα
εσύαπλουστεύτηκες
αυτός/ή/όαπλουστεύτηκε
εμείςαπλουστευτήκαμε
εσείςαπλουστευτήκατε
αυτοί/ές/άαπλουστεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απλουστευτώ
εσύθα απλουστευτείς
αυτός/ή/όθα απλουστευτεί
εμείςθα απλουστευτούμε
εσείςθα απλουστευτείτε
αυτοί/ές/άθα απλουστευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπλουστευόμουν
εσύαπλουστευόσουν
αυτός/ή/όαπλουστευόταν
εμείςαπλουστευόμαστε
εσείςαπλουστευόσαστε
αυτοί/ές/άαπλουστεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απλουστεύομαι
εσύθα απλουστεύεσαι
αυτός/ή/όθα απλουστεύεται
εμείςθα απλουστευόμαστε
εσείςθα απλουστεύεστε
αυτοί/ές/άθα απλουστεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απλουστευτεί
εσύέχεις απλουστευτεί
αυτός/ή/όέχει απλουστευτεί
εμείςέχουμε απλουστευτεί
εσείςέχετε απλουστευτεί
αυτοί/ές/άέχουν απλουστευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απλουστευτεί
εσύείχες απλουστευτεί
αυτός/ή/όείχε απλουστευτεί
εμείςείχαμε απλουστευτεί
εσείςείχατε απλουστευτεί
αυτοί/ές/άείχαν απλουστευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απλουστευτεί
εσύθα έχεις απλουστευτεί
αυτός/ή/όθα έχει απλουστευτεί
εμείςθα έχουμε απλουστευτεί
εσείςθα έχετε απλουστευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν απλουστευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπλουστεύσου
εσείςαπλουστευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαπλουστεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απλουστευτώ
εσύνα απλουστευτείς
αυτός/ή/όνα απλουστευτεί
εμείςνα απλουστευτούμε
εσείςνα απλουστευτείτε
αυτοί/ές/άνα απλουστευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απλουστεύομαι
εσύνα απλουστεύεσαι
αυτός/ή/όνα απλουστεύεται
εμείςνα απλουστευόμαστε
εσείςνα απλουστεύεστε
αυτοί/ές/άνα απλουστεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απλουστευτεί
εσύνα έχεις απλουστευτεί
αυτός/ή/όνα έχει απλουστευτεί
εμείςνα έχουμε απλουστευτεί
εσείςνα έχετε απλουστευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν απλουστευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απλουστευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απλουστευτώ
εσύθα απλουστευτείς
αυτός/ή/όθα απλουστευτεί
εμείςθα απλουστευτούμε
εσείςθα απλουστευτείτε
αυτοί/ές/άθα απλουστευτούν