BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απαλλοτριώνω

экспроприировать

expropriate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπαλλοτριώνω
εσύαπαλλοτριώνεις
αυτός/ή/όαπαλλοτριώνει
εμείςαπαλλοτριώνουμε
εσείςαπαλλοτριώνετε
αυτοί/ές/άαπαλλοτριώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπαλλοτρίωσα
εσύαπαλλοτρίωσες
αυτός/ή/όαπαλλοτρίωσε
εμείςαπαλλοτριώσαμε
εσείςαπαλλοτριώσατε
αυτοί/ές/άαπαλλοτρίωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απαλλοτριώσω
εσύθα απαλλοτριώσεις
αυτός/ή/όθα απαλλοτριώσει
εμείςθα απαλλοτριώσουμε
εσείςθα απαλλοτριώσετε
αυτοί/ές/άθα απαλλοτριώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπαλλοτρίωνα
εσύαπαλλοτρίωνες
αυτός/ή/όαπαλλοτρίωνε
εμείςαπαλλοτριώναμε
εσείςαπαλλοτριώνατε
αυτοί/ές/άαπαλλοτρίωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απαλλοτριώνω
εσύθα απαλλοτριώνεις
αυτός/ή/όθα απαλλοτριώνει
εμείςθα απαλλοτριώνουμε
εσείςθα απαλλοτριώνετε
αυτοί/ές/άθα απαλλοτριώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απαλλοτριώσει
εσύέχεις απαλλοτριώσει
αυτός/ή/όέχει απαλλοτριώσει
εμείςέχουμε απαλλοτριώσει
εσείςέχετε απαλλοτριώσει
αυτοί/ές/άέχουν απαλλοτριώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απαλλοτριώσει
εσύείχες απαλλοτριώσει
αυτός/ή/όείχε απαλλοτριώσει
εμείςείχαμε απαλλοτριώσει
εσείςείχατε απαλλοτριώσει
αυτοί/ές/άείχαν απαλλοτριώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απαλλοτριώσει
εσύθα έχεις απαλλοτριώσει
αυτός/ή/όθα έχει απαλλοτριώσει
εμείςθα έχουμε απαλλοτριώσει
εσείςθα έχετε απαλλοτριώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν απαλλοτριώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπαλλοτρίωσε
εσείςαπαλλοτριώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαπαλλοτρίωνε
εσείςαπαλλοτριώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απαλλοτριώσω
εσύνα απαλλοτριώσεις
αυτός/ή/όνα απαλλοτριώσει
εμείςνα απαλλοτριώσουμε
εσείςνα απαλλοτριώσετε
αυτοί/ές/άνα απαλλοτριώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απαλλοτριώνω
εσύνα απαλλοτριώνεις
αυτός/ή/όνα απαλλοτριώνει
εμείςνα απαλλοτριώνουμε
εσείςνα απαλλοτριώνετε
αυτοί/ές/άνα απαλλοτριώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απαλλοτριώσει
εσύνα έχεις απαλλοτριώσει
αυτός/ή/όνα έχει απαλλοτριώσει
εμείςνα έχουμε απαλλοτριώσει
εσείςνα έχετε απαλλοτριώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν απαλλοτριώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απαλλοτριώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απαλλοτριώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απαλλοτρίωνα
εσύθα απαλλοτρίωνες
αυτός/ή/όθα απαλλοτρίωνε
εμείςθα απαλλοτριώναμε
εσείςθα απαλλοτριώνατε
αυτοί/ές/άθα απαλλοτρίωναν