BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απαλλάσσω

неправильный

освобождать от вины, оправдывать, очищать, извинять, освобождать

absolve, aquit, clear, excuse, release

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπαλλάσσω
εσύαπαλλάσσεις
αυτός/ή/όαπαλλάσσει
εμείςαπαλλάσσουμε
εσείςαπαλλάσσετε
αυτοί/ές/άαπαλλάσσουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπάλλαξα
εσύαπάλλαξες
αυτός/ή/όαπάλλαξε
εμείςαπαλλάξαμε
εσείςαπλλάξατε
αυτοί/ές/άαπάλλαξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απαλλάξω
εσύθα απαλλάξεις
αυτός/ή/όθα απαλλάξει
εμείςθα απαλλάξουμε
εσείςθα απαλλάξετε
αυτοί/ές/άθα απαλλάξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπάλλασσα
εσύαπάλλασσες
αυτός/ή/όαπάλλασσε
εμείςαπαλλάσσαμε
εσείςαπαλλάσσατε
αυτοί/ές/άαπάλλασσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απαλλάσσω
εσύθα απαλλάσσεις
αυτός/ή/όθα απαλλάσσει
εμείςθα απαλλάσσουμε
εσείςθα απαλλάσσετε
αυτοί/ές/άθα απαλλάσσουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απαλλάξει
εσύέχεις απαλλάξει
αυτός/ή/όέχει απαλλάξει
εμείςέχουμε απαλλάξει
εσείςέχετε απαλλάξει
αυτοί/ές/άέχουν απαλλάξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απαλλάξει
εσύείχες απαλλάξει
αυτός/ή/όείχε απαλλάξει
εμείςείχαμε απαλλάξει
εσείςείχατε απαλλάξει
αυτοί/ές/άείχαν απαλλάξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απαλλάξει
εσύθα έχεις απαλλάξει
αυτός/ή/όθα έχει απαλλάξει
εμείςθα έχουμε απαλλάξει
εσείςθα έχετε απαλλάξει
αυτοί/ές/άθα έχουν απαλλάξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπάλλαξε
εσείςαπαλλάξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαπάλλασσε
εσείςαπαλλάσσετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απαλλάξω
εσύνα απαλλάξεις
αυτός/ή/όνα απαλλάξει
εμείςνα απαλλάξουμε
εσείςνα απαλλάξετε
αυτοί/ές/άνα απαλλάξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απαλλάσσω
εσύνα απαλλάσσεις
αυτός/ή/όνα απαλλάσσει
εμείςνα απαλλάσσουμε
εσείςνα απαλλάσσετε
αυτοί/ές/άνα απαλλάσσουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απαλλάξει
εσύνα έχεις απαλλάξει
αυτός/ή/όνα έχει απαλλάξει
εμείςνα έχουμε απαλλάξει
εσείςνα έχετε απαλλάξει
αυτοί/ές/άνα έχουν απαλλάξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απαλλάξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απαλλάσσοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απάλλασσα
εσύθα απάλλασσες
αυτός/ή/όθα απάλλασσε
εμείςθα απαλλάσσαμε
εσείςθα απαλλάσσατε
αυτοί/ές/άθα απάλλασσαν