BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απαθανατίζω

увековечивать

immortalize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπαθανατίζω
εσύαπαθανατίζεις
αυτός/ή/όαπαθανατίζει
εμείςαπαθανατίζουμε
εσείςαπαθανατίζετε
αυτοί/ές/άαπαθανατίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπαθανάτισα
εσύαπαθανάτισες
αυτός/ή/όαπαθανάτισε
εμείςαπαθανατίσαμε
εσείςαπαθανατίσατε
αυτοί/ές/άαπαθανάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απαθανατίσω
εσύθα απαθανατίσεις
αυτός/ή/όθα απαθανατίσει
εμείςθα απαθανατίσουμε
εσείςθα απαθανατίσετε
αυτοί/ές/άθα απαθανατίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπαθανάτιζα
εσύαπαθανάτιζες
αυτός/ή/όαπαθανάτιζε
εμείςαπαθανατίζαμε
εσείςαπαθανατίζατε
αυτοί/ές/άαπαθανάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απαθανατίζω
εσύθα απαθανατίζεις
αυτός/ή/όθα απαθανατίζει
εμείςθα απαθανατίζουμε
εσείςθα απαθανατίζετε
αυτοί/ές/άθα απαθανατίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απαθανατίσει
εσύέχεις απαθανατίσει
αυτός/ή/όέχει απαθανατίσει
εμείςέχουμε απαθανατίσει
εσείςέχετε απαθανατίσει
αυτοί/ές/άέχουν απαθανατίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απαθανατίσει
εσύείχες απαθανατίσει
αυτός/ή/όείχε απαθανατίσει
εμείςείχαμε απαθανατίσει
εσείςείχατε απαθανατίσει
αυτοί/ές/άείχαν απαθανατίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απαθανατίσει
εσύθα έχεις απαθανατίσει
αυτός/ή/όθα έχει απαθανατίσει
εμείςθα έχουμε απαθανατίσει
εσείςθα έχετε απαθανατίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν απαθανατίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπαθανάτισε
εσείςαπαθανατίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαπαθανάτιζε
εσείςαπαθανατίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απαθανατίσω
εσύνα απαθανατίσεις
αυτός/ή/όνα απαθανατίσει
εμείςνα απαθανατίσουμε
εσείςνα απαθανατίσετε
αυτοί/ές/άνα απαθανατίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απαθανατίζω
εσύνα απαθανατίζεις
αυτός/ή/όνα απαθανατίζει
εμείςνα απαθανατίζουμε
εσείςνα απαθανατίζετε
αυτοί/ές/άνα απαθανατίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απαθανατίσει
εσύνα έχεις απαθανατίσει
αυτός/ή/όνα έχει απαθανατίσει
εμείςνα έχουμε απαθανατίσει
εσείςνα έχετε απαθανατίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν απαθανατίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απαθανατίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

απαθανατίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απαθανάτιζα
εσύθα απαθανάτιζες
αυτός/ή/όθα απαθανάτιζε
εμείςθα απαθανατίζαμε
εσείςθα απαθανατίζατε
αυτοί/ές/άθα απαθανάτιζαν