BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

απαγορεύομαι

неправильный

быть запрещённым

be prohibited / banned

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαπαγορεύομαι
εσύαπαγορεύεσαι
αυτός/ή/όαπαγορεύεται
εμείςαπαγορευόμαστε
εσείςαπαγορεύεστε
αυτοί/ές/άαπαγορεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαπαγορεύτηκα
εσύαπαγορεύτηκες
αυτός/ή/όαπαγορεύτηκε
εμείςαπαγορευτήκαμε
εσείςαπαγορευτήκατε
αυτοί/ές/άαπαγορεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα απαγορευτώ
εσύθα απαγορευτείς
αυτός/ή/όθα απαγορευτεί
εμείςθα απαγορευτούμε
εσείςθα απαγορευτείτε
αυτοί/ές/άθα απαγορευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαπαγορευόμουν
εσύαπαγορευόσουν
αυτός/ή/όαπαγορευόταν
εμείςαπαγορευόμαστε
εσείςαπαγορευόσαστε
αυτοί/ές/άαπαγορεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα απαγορεύομαι
εσύθα απαγορεύεσαι
αυτός/ή/όθα απαγορεύεται
εμείςθα απαγορευόμαστε
εσείςθα απαγορεύεστε
αυτοί/ές/άθα απαγορεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω απαγορευτεί
εσύέχεις απαγορευτεί
αυτός/ή/όέχει απαγορευτεί
εμείςέχουμε απαγορευτεί
εσείςέχετε απαγορευτεί
αυτοί/ές/άέχουν απαγορευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα απαγορευτεί
εσύείχες απαγορευτεί
αυτός/ή/όείχε απαγορευτεί
εμείςείχαμε απαγορευτεί
εσείςείχατε απαγορευτεί
αυτοί/ές/άείχαν απαγορευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω απαγορευτεί
εσύθα έχεις απαγορευτεί
αυτός/ή/όθα έχει απαγορευτεί
εμείςθα έχουμε απαγορευτεί
εσείςθα έχετε απαγορευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν απαγορευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαπαγορεύσου
εσείςαπαγορευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαπαγορεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα απαγορευτώ
εσύνα απαγορευτείς
αυτός/ή/όνα απαγορευτεί
εμείςνα απαγορευτούμε
εσείςνα απαγορευτείτε
αυτοί/ές/άνα απαγορευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα απαγορεύομαι
εσύνα απαγορεύεσαι
αυτός/ή/όνα απαγορεύεται
εμείςνα απαγορευόμαστε
εσείςνα απαγορεύεστε
αυτοί/ές/άνα απαγορεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω απαγορευτεί
εσύνα έχεις απαγορευτεί
αυτός/ή/όνα έχει απαγορευτεί
εμείςνα έχουμε απαγορευτεί
εσείςνα έχετε απαγορευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν απαγορευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

απαγορευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα απαγορευτώ
εσύθα απαγορευτείς
αυτός/ή/όθα απαγορευτεί
εμείςθα απαγορευτούμε
εσείςθα απαγορευτείτε
αυτοί/ές/άθα απαγορευτούν