ανυπομονώ
нетерпеливо ждать, волноваться, предвкушать
impatient, excited, look forward to
Ενεστώτας
Настоящее время
Настоящее время глагола
εγώανυπομονώ
εσύανυπομονείς
αυτός/ή/όανυπομονεί
εμείςανυπομονούμε
εσείςανυπομονείτε
αυτοί/ές/άανυπομονούν
Παρατατικός
Прошедшее длительное
Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время
εγώανυπομονούσα
εσύανυπομονούσες
αυτός/ή/όανυπομονούσε
εμείςανυπομονούσαμε
εσείςανυπομονούσατε
αυτοί/ές/άανυπομονούσαν
Συνεχής Μέλλοντας
Будущее длительное
Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время
εγώθα ανυπομονώ
εσύθα ανυπομονείς
αυτός/ή/όθα ανυπομονεί
εμείςθα ανυπομονούμε
εσείςθα ανυπομονείτε
αυτοί/ές/άθα ανυπομονούν
Συνεχής Προστακτική
Длительное повелительное
Повелительное для длительного или повторяющегося действия
Συνεχής Υποτακτική
Длительный ипотактики
Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия
εγώνα ανυπομονώ
εσύνα ανυπομονείς
αυτός/ή/όνα ανυπομονεί
εμείςνα ανυπομονούμε
εσείςνα ανυπομονείτε
αυτοί/ές/άνα ανυπομονούν
Γερούνδιο
Деепричастие
Описывает сопутствующее действие (-οντας)
Υποθετικός Λόγος
Условная форма
Действие при определённом условии: θα + παρατατικός
εγώθα ανυπομονούσα
εσύθα ανυπομονούσες
αυτός/ή/όθα ανυπομονούσε
εμείςθα ανυπομονούσαμε
εσείςθα ανυπομονούσατε
αυτοί/ές/άθα ανυπομονούσαν