αντιμάχομαι
конфликтовать, защищаться, спорить
be conflicted, defended, contended
Ενεστώτας
Настоящее время
Настоящее время глагола
εγώαντιμάχομαι
εσύαντιμάχεσαι
αυτός/ή/όαντιμάχεται
εμείςαντιμαχόμαστε
εσείςαντιμάχεστε
αυτοί/ές/άαντιμάχονται
Παρατατικός
Прошедшее длительное
Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время
εγώαντιμαχόμουν
εσύαντιμαχόσουν
αυτός/ή/όαντιμαχόταν
εμείςαντιμαχόμαστε
εσείςαντιμαχόσαστε
αυτοί/ές/άαντιμάχονταν
Συνεχής Μέλλοντας
Будущее длительное
Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время
εγώθα αντιμάχομαι
εσύθα αντιμάχεσαι
αυτός/ή/όθα αντιμάχεται
εμείςθα αντιμαχόμαστε
εσείςθα αντιμάχεστε
αυτοί/ές/άθα αντιμάχονται
Συνεχής Προστακτική
Длительное повелительное
Повелительное для длительного или повторяющегося действия
Συνεχής Υποτακτική
Длительный ипотактики
Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия
εγώνα αντιμάχομαι
εσύνα αντιμάχεσαι
αυτός/ή/όνα αντιμάχεται
εμείςνα αντιμαχόμαστε
εσείςνα αντιμάχεστε
αυτοί/ές/άνα αντιμάχονται