BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αντικρίζω

стоять лицом к лицу, находиться напротив

face, front, stand opposite

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαντικρίζω
εσύαντικρίζεις
αυτός/ή/όαντικρίζει
εμείςαντικρίζουμε
εσείςαντικρίζετε
αυτοί/ές/άαντικρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαντίκρισα
εσύαντίκρισες
αυτός/ή/όαντίκρισε
εμείςαντικρίσαμε
εσείςαντικρίσατε
αυτοί/ές/άαντίκρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αντικρίσω
εσύθα αντικρίσεις
αυτός/ή/όθα αντικρίσει
εμείςθα αντικρίσουμε
εσείςθα αντικρίσετε
αυτοί/ές/άθα αντικρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαντίκριζα
εσύαντίκριζες
αυτός/ή/όαντίκριζε
εμείςαντικρίζαμε
εσείςαντικρίζατε
αυτοί/ές/άαντίκριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αντικρίζω
εσύθα αντικρίζεις
αυτός/ή/όθα αντικρίζει
εμείςθα αντικρίζουμε
εσείςθα αντικρίζετε
αυτοί/ές/άθα αντικρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αντικρίσει
εσύέχεις αντικρίσει
αυτός/ή/όέχει αντικρίσει
εμείςέχουμε αντικρίσει
εσείςέχετε αντικρίσει
αυτοί/ές/άέχουν αντικρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αντικρίσει
εσύείχες αντικρίσει
αυτός/ή/όείχε αντικρίσει
εμείςείχαμε αντικρίσει
εσείςείχατε αντικρίσει
αυτοί/ές/άείχαν αντικρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αντικρίσει
εσύθα έχεις αντικρίσει
αυτός/ή/όθα έχει αντικρίσει
εμείςθα έχουμε αντικρίσει
εσείςθα έχετε αντικρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αντικρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαντίκρισε
εσείςαντικρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαντίκριζε
εσείςαντικρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αντικρίσω
εσύνα αντικρίσεις
αυτός/ή/όνα αντικρίσει
εμείςνα αντικρίσουμε
εσείςνα αντικρίσετε
αυτοί/ές/άνα αντικρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αντικρίζω
εσύνα αντικρίζεις
αυτός/ή/όνα αντικρίζει
εμείςνα αντικρίζουμε
εσείςνα αντικρίζετε
αυτοί/ές/άνα αντικρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αντικρίσει
εσύνα έχεις αντικρίσει
αυτός/ή/όνα έχει αντικρίσει
εμείςνα έχουμε αντικρίσει
εσείςνα έχετε αντικρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αντικρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αντικρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αντικρίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αντικρισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αντίκριζα
εσύθα αντίκριζες
αυτός/ή/όθα αντίκριζε
εμείςθα αντικρίζαμε
εσείςθα αντικρίζατε
αυτοί/ές/άθα αντίκριζαν