BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανοικοδομώ

реконструировать, восстанавливать

reconstruct, rebuild

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανοικοδομώ
εσύανοικοδομείς
αυτός/ή/όανοικοδομεί
εμείςανοικοδομούμε
εσείςανοικοδομείτε
αυτοί/ές/άανοικοδομούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανοικοδόμησα
εσύανοικοδόμησες
αυτός/ή/όανοικοδόμησε
εμείςανοικοδομήσαμε
εσείςανοικοδομήσατε
αυτοί/ές/άανοικοδόμησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανοικοδομήσω
εσύθα ανοικοδομήσεις
αυτός/ή/όθα ανοικοδομήσει
εμείςθα ανοικοδομήσουμε
εσείςθα ανοικοδομήσετε
αυτοί/ές/άθα ανοικοδομήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανοικοδομούσα
εσύανοικοδομούσες
αυτός/ή/όανοικοδομούσε
εμείςανοικοδομούσαμε
εσείςανοικοδομούσατε
αυτοί/ές/άανοικοδομούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανοικοδομώ
εσύθα ανοικοδομείς
αυτός/ή/όθα ανοικοδομεί
εμείςθα ανοικοδομούμε
εσείςθα ανοικοδομείτε
αυτοί/ές/άθα ανοικοδομούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανοικοδομήσει
εσύέχεις ανοικοδομήσει
αυτός/ή/όέχει ανοικοδομήσει
εμείςέχουμε ανοικοδομήσει
εσείςέχετε ανοικοδομήσει
αυτοί/ές/άέχουν ανοικοδομήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανοικοδομήσει
εσύείχες ανοικοδομήσει
αυτός/ή/όείχε ανοικοδομήσει
εμείςείχαμε ανοικοδομήσει
εσείςείχατε ανοικοδομήσει
αυτοί/ές/άείχαν ανοικοδομήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανοικοδομήσει
εσύθα έχεις ανοικοδομήσει
αυτός/ή/όθα έχει ανοικοδομήσει
εμείςθα έχουμε ανοικοδομήσει
εσείςθα έχετε ανοικοδομήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανοικοδομήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανοικοδόμησε
εσείςανοικοδομήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανοικοδομείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανοικοδομήσω
εσύνα ανοικοδομήσεις
αυτός/ή/όνα ανοικοδομήσει
εμείςνα ανοικοδομήσουμε
εσείςνα ανοικοδομήσετε
αυτοί/ές/άνα ανοικοδομήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανοικοδομώ
εσύνα ανοικοδομείς
αυτός/ή/όνα ανοικοδομεί
εμείςνα ανοικοδομούμε
εσείςνα ανοικοδομείτε
αυτοί/ές/άνα ανοικοδομούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανοικοδομήσει
εσύνα έχεις ανοικοδομήσει
αυτός/ή/όνα έχει ανοικοδομήσει
εμείςνα έχουμε ανοικοδομήσει
εσείςνα έχετε ανοικοδομήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανοικοδομήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανοικοδομήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανοικοδομώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανοικοδομούσα
εσύθα ανοικοδομούσες
αυτός/ή/όθα ανοικοδομούσε
εμείςθα ανοικοδομούσαμε
εσείςθα ανοικοδομούσατε
αυτοί/ές/άθα ανοικοδομούσαν