BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανοιγοκλείνω

открывать и закрывать, моргать, подмигивать

open and close, blink, wink

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανοιγοκλείνω
εσύανοιγοκλείνεις
αυτός/ή/όανοιγοκλείνει
εμείςανοιγοκλείνουμε
εσείςανοιγοκλείνετε
αυτοί/ές/άανοιγοκλείνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανοιγόκλεισα
εσύανοιγόκλεισες
αυτός/ή/όανοιγόκλεισε
εμείςανοιγοκλείσαμε
εσείςανοιγοκλείσατε
αυτοί/ές/άανοιγόκλεισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανοιγοκλείσω
εσύθα ανοιγοκλείσεις
αυτός/ή/όθα ανοιγοκλείσει
εμείςθα ανοιγοκλείσουμε
εσείςθα ανοιγοκλείσετε
αυτοί/ές/άθα ανοιγοκλείσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανοιγόκλεινα
εσύανοιγόκλεινες
αυτός/ή/όανοιγόκλεινε
εμείςανοιγοκλείναμε
εσείςανοιγοκλείνατε
αυτοί/ές/άανοιγόκλειναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανοιγοκλείνω
εσύθα ανοιγοκλείνεις
αυτός/ή/όθα ανοιγοκλείνει
εμείςθα ανοιγοκλείνουμε
εσείςθα ανοιγοκλείνετε
αυτοί/ές/άθα ανοιγοκλείνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανοιγοκλείσει
εσύέχεις ανοιγοκλείσει
αυτός/ή/όέχει ανοιγοκλείσει
εμείςέχουμε ανοιγοκλείσει
εσείςέχετε ανοιγοκλείσει
αυτοί/ές/άέχουν ανοιγοκλείσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανοιγοκλείσει
εσύείχες ανοιγοκλείσει
αυτός/ή/όείχε ανοιγοκλείσει
εμείςείχαμε ανοιγοκλείσει
εσείςείχατε ανοιγοκλείσει
αυτοί/ές/άείχαν ανοιγοκλείσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανοιγοκλείσει
εσύθα έχεις ανοιγοκλείσει
αυτός/ή/όθα έχει ανοιγοκλείσει
εμείςθα έχουμε ανοιγοκλείσει
εσείςθα έχετε ανοιγοκλείσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανοιγοκλείσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανοιγόκλεισε
εσείςανοιγοκλείστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύανοιγόκλεινε
εσείςανοιγοκλείνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανοιγοκλείσω
εσύνα ανοιγοκλείσεις
αυτός/ή/όνα ανοιγοκλείσει
εμείςνα ανοιγοκλείσουμε
εσείςνα ανοιγοκλείσετε
αυτοί/ές/άνα ανοιγοκλείσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανοιγοκλείνω
εσύνα ανοιγοκλείνεις
αυτός/ή/όνα ανοιγοκλείνει
εμείςνα ανοιγοκλείνουμε
εσείςνα ανοιγοκλείνετε
αυτοί/ές/άνα ανοιγοκλείνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανοιγοκλείσει
εσύνα έχεις ανοιγοκλείσει
αυτός/ή/όνα έχει ανοιγοκλείσει
εμείςνα έχουμε ανοιγοκλείσει
εσείςνα έχετε ανοιγοκλείσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανοιγοκλείσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανοιγοκλείσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανοιγοκλείνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανοιγόκλεινα
εσύθα ανοιγόκλεινες
αυτός/ή/όθα ανοιγόκλεινε
εμείςθα ανοιγοκλείναμε
εσείςθα ανοιγοκλείνατε
αυτοί/ές/άθα ανοιγόκλειναν