BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανθίζω

расцветать, цвести, процветать

blossom, bloom, flourish

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανθίζω
εσύανθίζεις
αυτός/ή/όανθίζει
εμείςανθίζουμε
εσείςανθίζετε
αυτοί/ές/άανθίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώάνθισα
εσύάνθισες
αυτός/ή/όάνθισε
εμείςανθίσαμε
εσείςανθίσατε
αυτοί/ές/άάνθισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανθίσω
εσύθα ανθίσεις
αυτός/ή/όθα ανθίσει
εμείςθα ανθίσουμε
εσείςθα ανθίσετε
αυτοί/ές/άθα ανθίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώάνθιζα
εσύάνθιζες
αυτός/ή/όάνθιζε
εμείςανθίζαμε
εσείςανθίζατε
αυτοί/ές/άάνθιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανθίζω
εσύθα ανθίζεις
αυτός/ή/όθα ανθίζει
εμείςθα ανθίζουμε
εσείςθα ανθίζετε
αυτοί/ές/άθα ανθίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανθίσει
εσύέχεις ανθίσει
αυτός/ή/όέχει ανθίσει
εμείςέχουμε ανθίσει
εσείςέχετε ανθίσει
αυτοί/ές/άέχουν ανθίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανθίσει
εσύείχες ανθίσει
αυτός/ή/όείχε ανθίσει
εμείςείχαμε ανθίσει
εσείςείχατε ανθίσει
αυτοί/ές/άείχαν ανθίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανθίσει
εσύθα έχεις ανθίσει
αυτός/ή/όθα έχει ανθίσει
εμείςθα έχουμε ανθίσει
εσείςθα έχετε ανθίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανθίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύάνθισε
εσείςανθίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύάνθιζε
εσείςανθίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανθίσω
εσύνα ανθίσεις
αυτός/ή/όνα ανθίσει
εμείςνα ανθίσουμε
εσείςνα ανθίσετε
αυτοί/ές/άνα ανθίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανθίζω
εσύνα ανθίζεις
αυτός/ή/όνα ανθίζει
εμείςνα ανθίζουμε
εσείςνα ανθίζετε
αυτοί/ές/άνα ανθίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανθίσει
εσύνα έχεις ανθίσει
αυτός/ή/όνα έχει ανθίσει
εμείςνα έχουμε ανθίσει
εσείςνα έχετε ανθίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανθίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανθίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανθίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ανθισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα άνθιζα
εσύθα άνθιζες
αυτός/ή/όθα άνθιζε
εμείςθα ανθίζαμε
εσείςθα ανθίζατε
αυτοί/ές/άθα άνθιζαν