BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναψοκοκκινίζω

краснеть

blush

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναψοκοκκινίζω
εσύαναψοκοκκινίζεις
αυτός/ή/όαναψοκοκκινίζει
εμείςαναψοκοκκινίζουμε
εσείςαναψοκοκκινίζετε
αυτοί/ές/άαναψοκοκκινίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναψοκοκκίνισα
εσύαναψοκοκκίνισες
αυτός/ή/όαναψοκοκκίνισε
εμείςαναψοκοκκινίσαμε
εσείςαναψοκοκκινίσατε
αυτοί/ές/άαναψοκοκκίνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναψοκοκκινίσω
εσύθα αναψοκοκκινίσεις
αυτός/ή/όθα αναψοκοκκινίσει
εμείςθα αναψοκοκκινίσουμε
εσείςθα αναψοκοκκινίσετε
αυτοί/ές/άθα αναψοκοκκινίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναψοκοκκίνιζα
εσύαναψοκοκκίνιζες
αυτός/ή/όαναψοκοκκίνιζε
εμείςαναψοκοκκινίζαμε
εσείςαναψοκοκκινίζατε
αυτοί/ές/άαναψοκοκκίνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναψοκοκκινίζω
εσύθα αναψοκοκκινίζεις
αυτός/ή/όθα αναψοκοκκινίζει
εμείςθα αναψοκοκκινίζουμε
εσείςθα αναψοκοκκινίζετε
αυτοί/ές/άθα αναψοκοκκινίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναψοκοκκινίσει
εσύέχεις αναψοκοκκινίσει
αυτός/ή/όέχει αναψοκοκκινίσει
εμείςέχουμε αναψοκοκκινίσει
εσείςέχετε αναψοκοκκινίσει
αυτοί/ές/άέχουν αναψοκοκκινίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναψοκοκκινίσει
εσύείχες αναψοκοκκινίσει
αυτός/ή/όείχε αναψοκοκκινίσει
εμείςείχαμε αναψοκοκκινίσει
εσείςείχατε αναψοκοκκινίσει
αυτοί/ές/άείχαν αναψοκοκκινίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναψοκοκκινίσει
εσύθα έχεις αναψοκοκκινίσει
αυτός/ή/όθα έχει αναψοκοκκινίσει
εμείςθα έχουμε αναψοκοκκινίσει
εσείςθα έχετε αναψοκοκκινίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναψοκοκκινίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναψοκοκκίνισε
εσείςαναψοκοκκινίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναψοκοκκίνιζε
εσείςαναψοκοκκινίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναψοκοκκινίσω
εσύνα αναψοκοκκινίσεις
αυτός/ή/όνα αναψοκοκκινίσει
εμείςνα αναψοκοκκινίσουμε
εσείςνα αναψοκοκκινίσετε
αυτοί/ές/άνα αναψοκοκκινίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναψοκοκκινίζω
εσύνα αναψοκοκκινίζεις
αυτός/ή/όνα αναψοκοκκινίζει
εμείςνα αναψοκοκκινίζουμε
εσείςνα αναψοκοκκινίζετε
αυτοί/ές/άνα αναψοκοκκινίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναψοκοκκινίσει
εσύνα έχεις αναψοκοκκινίσει
αυτός/ή/όνα έχει αναψοκοκκινίσει
εμείςνα έχουμε αναψοκοκκινίσει
εσείςνα έχετε αναψοκοκκινίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναψοκοκκινίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναψοκοκκινίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναψοκοκκινίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αναψοκοκκινισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναψοκοκκίνιζα
εσύθα αναψοκοκκίνιζες
αυτός/ή/όθα αναψοκοκκίνιζε
εμείςθα αναψοκοκκινίζαμε
εσείςθα αναψοκοκκινίζατε
αυτοί/ές/άθα αναψοκοκκίνιζαν