BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανατινάζω

взрывать, подрывать

blow up, blast

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανατινάζω
εσύανατινάζεις
αυτός/ή/όανατινάζει
εμείςανατινάζουμε
εσείςανατινάζετε
αυτοί/ές/άανατινάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανατίναξα
εσύανατίναξες
αυτός/ή/όανατίναξε
εμείςανατινάξαμε
εσείςανατινάξατε
αυτοί/ές/άανατίναξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανατινάξω
εσύθα ανατινάξεις
αυτός/ή/όθα ανατινάξει
εμείςθα ανατινάξουμε
εσείςθα ανατινάξετε
αυτοί/ές/άθα ανατινάξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανατίναζα
εσύανατίναζες
αυτός/ή/όανατίναζε
εμείςανατινάζαμε
εσείςανατινάζατε
αυτοί/ές/άανατίναζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανατινάζω
εσύθα ανατινάζεις
αυτός/ή/όθα ανατινάζει
εμείςθα ανατινάζουμε
εσείςθα ανατινάζετε
αυτοί/ές/άθα ανατινάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανατινάξει
εσύέχεις ανατινάξει
αυτός/ή/όέχει ανατινάξει
εμείςέχουμε ανατινάξει
εσείςέχετε ανατινάξει
αυτοί/ές/άέχουν ανατινάξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανατινάξει
εσύείχες ανατινάξει
αυτός/ή/όείχε ανατινάξει
εμείςείχαμε ανατινάξει
εσείςείχατε ανατινάξει
αυτοί/ές/άείχαν ανατινάξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανατινάξει
εσύθα έχεις ανατινάξει
αυτός/ή/όθα έχει ανατινάξει
εμείςθα έχουμε ανατινάξει
εσείςθα έχετε ανατινάξει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανατινάξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανατίναξε
εσείςανατινάξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύανατίναζε
εσείςανατινάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανατινάξω
εσύνα ανατινάξεις
αυτός/ή/όνα ανατινάξει
εμείςνα ανατινάξουμε
εσείςνα ανατινάξετε
αυτοί/ές/άνα ανατινάξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανατινάζω
εσύνα ανατινάζεις
αυτός/ή/όνα ανατινάζει
εμείςνα ανατινάζουμε
εσείςνα ανατινάζετε
αυτοί/ές/άνα ανατινάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανατινάξει
εσύνα έχεις ανατινάξει
αυτός/ή/όνα έχει ανατινάξει
εμείςνα έχουμε ανατινάξει
εσείςνα έχετε ανατινάξει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανατινάξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανατινάξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανατινάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανατίναζα
εσύθα ανατίναζες
αυτός/ή/όθα ανατίναζε
εμείςθα ανατινάζαμε
εσείςθα ανατινάζατε
αυτοί/ές/άθα ανατίναζαν