BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναπλέω

неправильный

плыть вверх, всплывать

sail up, swim up

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναπλέω
εσύαναπλέεις
αυτός/ή/όαναπλέει
εμείςαναπλέουμε
εσείςαναπλέετε
αυτοί/ές/άαναπλέουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανάπλευσα
εσύανάπλευσες
αυτός/ή/όανάπλευσε
εμείςαναπλεύσαμε
εσείςαναπλεύσατε
αυτοί/ές/άανάπλευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναπλεύσω
εσύθα αναπλεύσεις
αυτός/ή/όθα αναπλεύσει
εμείςθα αναπλεύσουμε
εσείςθα αναπλεύσετε
αυτοί/ές/άθα αναπλεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανάπλεα
εσύανάπλεες
αυτός/ή/όανάπλεε
εμείςαναπλέαμε
εσείςαναπλέατε
αυτοί/ές/άανάπλεαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναπλέω
εσύθα αναπλέεις
αυτός/ή/όθα αναπλέει
εμείςθα αναπλέουμε
εσείςθα αναπλέετε
αυτοί/ές/άθα αναπλέουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναπλεύσει
εσύέχεις αναπλεύσει
αυτός/ή/όέχει αναπλεύσει
εμείςέχουμε αναπλεύσει
εσείςέχετε αναπλεύσει
αυτοί/ές/άέχουν αναπλεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναπλεύσει
εσύείχες αναπλεύσει
αυτός/ή/όείχε αναπλεύσει
εμείςείχαμε αναπλεύσει
εσείςείχατε αναπλεύσει
αυτοί/ές/άείχαν αναπλεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναπλεύσει
εσύθα έχεις αναπλεύσει
αυτός/ή/όθα έχει αναπλεύσει
εμείςθα έχουμε αναπλεύσει
εσείςθα έχετε αναπλεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναπλεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανάπλευσε
εσείςαναπλεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύανάπλεε
εσείςαναπλέετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναπλεύσω
εσύνα αναπλεύσεις
αυτός/ή/όνα αναπλεύσει
εμείςνα αναπλεύσουμε
εσείςνα αναπλεύσετε
αυτοί/ές/άνα αναπλεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναπλέω
εσύνα αναπλέεις
αυτός/ή/όνα αναπλέει
εμείςνα αναπλέουμε
εσείςνα αναπλέετε
αυτοί/ές/άνα αναπλέουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναπλεύσει
εσύνα έχεις αναπλεύσει
αυτός/ή/όνα έχει αναπλεύσει
εμείςνα έχουμε αναπλεύσει
εσείςνα έχετε αναπλεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναπλεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναπλεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναπλέοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανάπλεα
εσύθα ανάπλεες
αυτός/ή/όθα ανάπλεε
εμείςθα αναπλέαμε
εσείςθα αναπλέατε
αυτοί/ές/άθα ανάπλεαν