BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναπαράγω

воспроизводить, производить потомство, размножать

reproduce, procreate, multiply

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναπαράγω
εσύαναπαράγεις
αυτός/ή/όαναπαράγει
εμείςαναπαράγουμε
εσείςαναπαράγετε
αυτοί/ές/άαναπαράγουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναπαρήγαγα
εσύαναπαρήγαγες
αυτός/ή/όαναπαρήγαγε
εμείςαναπαραγάγαμε
εσείςαναπαραγάγατε
αυτοί/ές/άαναπαρήγαγαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναπαραγάγω
εσύθα αναπαραγάγεις
αυτός/ή/όθα αναπαραγάγει
εμείςθα αναπαραγάγουμε
εσείςθα αναπαραγάγετε
αυτοί/ές/άθα αναπαραγάγουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναπαρήγα
εσύαναπαρήγες
αυτός/ή/όαναπαρήγε
εμείςαναπαρήγαμε
εσείςαναπαρήγατε
αυτοί/ές/άαναπαρήγαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναπαράγω
εσύθα αναπαράγεις
αυτός/ή/όθα αναπαράγει
εμείςθα αναπαράγουμε
εσείςθα αναπαράγετε
αυτοί/ές/άθα αναπαράγουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναπαραγάγει
εσύέχεις αναπαραγάγει
αυτός/ή/όέχει αναπαραγάγει
εμείςέχουμε αναπαραγάγει
εσείςέχετε αναπαραγάγει
αυτοί/ές/άέχουν αναπαραγάγει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναπαραγάγει
εσύείχες αναπαραγάγει
αυτός/ή/όείχε αναπαραγάγει
εμείςείχαμε αναπαραγάγει
εσείςείχατε αναπαραγάγει
αυτοί/ές/άείχαν αναπαραγάγει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναπαραγάγει
εσύθα έχεις αναπαραγάγει
αυτός/ή/όθα έχει αναπαραγάγει
εμείςθα έχουμε αναπαραγάγει
εσείςθα έχετε αναπαραγάγει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναπαραγάγει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναπαράγαγε
εσείςαναπαραγάγετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναπάραγε
εσείςαναπαράγετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναπαραγάγω
εσύνα αναπαραγάγεις
αυτός/ή/όνα αναπαραγάγει
εμείςνα αναπαραγάγουμε
εσείςνα αναπαραγάγετε
αυτοί/ές/άνα αναπαραγάγουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναπαράγω
εσύνα αναπαράγεις
αυτός/ή/όνα αναπαράγει
εμείςνα αναπαράγουμε
εσείςνα αναπαράγετε
αυτοί/ές/άνα αναπαράγουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναπαραγάγει
εσύνα έχεις αναπαραγάγει
αυτός/ή/όνα έχει αναπαραγάγει
εμείςνα έχουμε αναπαραγάγει
εσείςνα έχετε αναπαραγάγει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναπαραγάγει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναπαραγάγει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναπαράγοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναπαρήγα
εσύθα αναπαρήγες
αυτός/ή/όθα αναπαρήγε
εμείςθα αναπαρήγαμε
εσείςθα αναπαρήγατε
αυτοί/ές/άθα αναπαρήγαν