BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανακαταλαμβάνω

неправильный

вновь захватывать, отбивать

recapture, retake

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανακαταλαμβάνω
εσύανακαταλαμβάνεις
αυτός/ή/όανακαταλαμβάνει
εμείςανακαταλαμβάνουμε
εσείςανακαταλαμβάνετε
αυτοί/ές/άανακαταλαμβάνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανακατέλαβα
εσύανακατέλαβες
αυτός/ή/όανακατέλαβε
εμείςανακαταλάβαμε
εσείςανακαταλάβατε
αυτοί/ές/άανακατέλαβαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανακαταλάβω
εσύθα ανακαταλάβεις
αυτός/ή/όθα ανακαταλάβει
εμείςθα ανακαταλάβουμε
εσείςθα ανακαταλάβετε
αυτοί/ές/άθα ανακαταλάβουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανακαταλάμβανα
εσύανακαταλάμβανες
αυτός/ή/όανακαταλάμβανε
εμείςανακαταλαμβάναμε
εσείςανακαταλαμβάνατε
αυτοί/ές/άανακαταλάμβαναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανακαταλαμβάνω
εσύθα ανακαταλαμβάνεις
αυτός/ή/όθα ανακαταλαμβάνει
εμείςθα ανακαταλαμβάνουμε
εσείςθα ανακαταλαμβάνετε
αυτοί/ές/άθα ανακαταλαμβάνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανακαταλάβει
εσύέχεις ανακαταλάβει
αυτός/ή/όέχει ανακαταλάβει
εμείςέχουμε ανακαταλάβει
εσείςέχετε ανακαταλάβει
αυτοί/ές/άέχουν ανακαταλάβει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανακαταλάβει
εσύείχες ανακαταλάβει
αυτός/ή/όείχε ανακαταλάβει
εμείςείχαμε ανακαταλάβει
εσείςείχατε ανακαταλάβει
αυτοί/ές/άείχαν ανακαταλάβει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανακαταλάβει
εσύθα έχεις ανακαταλάβει
αυτός/ή/όθα έχει ανακαταλάβει
εμείςθα έχουμε ανακαταλάβει
εσείςθα έχετε ανακαταλάβει
αυτοί/ές/άθα έχουν ανακαταλάβει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανακατάλαβε
εσείςανακαταλάβετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύανακαταλάμβανε
εσείςανακαταλαμβάνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανακαταλάβω
εσύνα ανακαταλάβεις
αυτός/ή/όνα ανακαταλάβει
εμείςνα ανακαταλάβουμε
εσείςνα ανακαταλάβετε
αυτοί/ές/άνα ανακαταλάβουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανακαταλαμβάνω
εσύνα ανακαταλαμβάνεις
αυτός/ή/όνα ανακαταλαμβάνει
εμείςνα ανακαταλαμβάνουμε
εσείςνα ανακαταλαμβάνετε
αυτοί/ές/άνα ανακαταλαμβάνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανακαταλάβει
εσύνα έχεις ανακαταλάβει
αυτός/ή/όνα έχει ανακαταλάβει
εμείςνα έχουμε ανακαταλάβει
εσείςνα έχετε ανακαταλάβει
αυτοί/ές/άνα έχουν ανακαταλάβει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανακαταλάβει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ανακαταλαμβάνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανακαταλάμβανα
εσύθα ανακαταλάμβανες
αυτός/ή/όθα ανακαταλάμβανε
εμείςθα ανακαταλαμβάναμε
εσείςθα ανακαταλαμβάνατε
αυτοί/ές/άθα ανακαταλάμβαναν