BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ανακαλύπτομαι

быть обнаруженным

be discovered

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώανακαλύπτομαι
εσύανακαλύπτεσαι
αυτός/ή/όανακαλύπτεται
εμείςανακαλυπτόμαστε
εσείςανακαλύπτεστε
αυτοί/ές/άανακαλύπτονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώανακαλύφτηκα
εσύανακαλύφτηκες
αυτός/ή/όανακαλύφτηκε
εμείςανακαλυφτήκαμε
εσείςανακαλυφτήκατε
αυτοί/ές/άανακαλύφτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ανακαλυφτώ
εσύθα ανακαλυφτείς
αυτός/ή/όθα ανακαλυφτεί
εμείςθα ανακαλυφτούμε
εσείςθα ανακαλυφτείτε
αυτοί/ές/άθα ανακαλυφτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώανακαλυπτόμουν
εσύανακαλυπτόσουν
αυτός/ή/όανακαλυπτόταν
εμείςανακαλυπτόμαστε
εσείςανακαλυπτόσαστε
αυτοί/ές/άανακαλύπτονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ανακαλύπτομαι
εσύθα ανακαλύπτεσαι
αυτός/ή/όθα ανακαλύπτεται
εμείςθα ανακαλυπτόμαστε
εσείςθα ανακαλύπτεστε
αυτοί/ές/άθα ανακαλύπτονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ανακαλυφτεί
εσύέχεις ανακαλυφτεί
αυτός/ή/όέχει ανακαλυφτεί
εμείςέχουμε ανακαλυφτεί
εσείςέχετε ανακαλυφτεί
αυτοί/ές/άέχουν ανακαλυφτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ανακαλυφτεί
εσύείχες ανακαλυφτεί
αυτός/ή/όείχε ανακαλυφτεί
εμείςείχαμε ανακαλυφτεί
εσείςείχατε ανακαλυφτεί
αυτοί/ές/άείχαν ανακαλυφτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ανακαλυφτεί
εσύθα έχεις ανακαλυφτεί
αυτός/ή/όθα έχει ανακαλυφτεί
εμείςθα έχουμε ανακαλυφτεί
εσείςθα έχετε ανακαλυφτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ανακαλυφτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύανακαλύψου
εσείςανακαλυφτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςανακαλύπτεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ανακαλυφτώ
εσύνα ανακαλυφτείς
αυτός/ή/όνα ανακαλυφτεί
εμείςνα ανακαλυφτούμε
εσείςνα ανακαλυφτείτε
αυτοί/ές/άνα ανακαλυφτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ανακαλύπτομαι
εσύνα ανακαλύπτεσαι
αυτός/ή/όνα ανακαλύπτεται
εμείςνα ανακαλυπτόμαστε
εσείςνα ανακαλύπτεστε
αυτοί/ές/άνα ανακαλύπτονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ανακαλυφτεί
εσύνα έχεις ανακαλυφτεί
αυτός/ή/όνα έχει ανακαλυφτεί
εμείςνα έχουμε ανακαλυφτεί
εσείςνα έχετε ανακαλυφτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ανακαλυφτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ανακαλυφτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ανακαλυφτώ
εσύθα ανακαλυφτείς
αυτός/ή/όθα ανακαλυφτεί
εμείςθα ανακαλυφτούμε
εσείςθα ανακαλυφτείτε
αυτοί/ές/άθα ανακαλυφτούν