BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναθαρρεύω

ободряться

be encouraged

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναθαρρεύω
εσύαναθαρρεύεις
αυτός/ή/όαναθερρεύει
εμείςαναθαρρεύουμε
εσείςαναθαρρεύετε
αυτοί/ές/άαναθαρρεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναθάρρεψα
εσύαναθάρρεψες
αυτός/ή/όαναθάρρεψε
εμείςαναθαρρέψαμε
εσείςαναθαρρέψατε
αυτοί/ές/άαναθάρρεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναθαρρέψω
εσύθα αναθαρρέψεις
αυτός/ή/όθα αναθαρρέψει
εμείςθα αναθαρρέψουμε
εσείςθα αναθαρρέψετε
αυτοί/ές/άθα αναθαρρέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναθάρρευα
εσύαναθάρρευες
αυτός/ή/όαναθάρρευε
εμείςαναθαρρεύαμε
εσείςαναθαρρεύατε
αυτοί/ές/άαναθάρρευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναθαρρεύω
εσύθα αναθαρρεύεις
αυτός/ή/όθα αναθερρεύει
εμείςθα αναθαρρεύουμε
εσείςθα αναθαρρεύετε
αυτοί/ές/άθα αναθαρρεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναθαρρέψει
εσύέχεις αναθαρρέψει
αυτός/ή/όέχει αναθαρρέψει
εμείςέχουμε αναθαρρέψει
εσείςέχετε αναθαρρέψει
αυτοί/ές/άέχουν αναθαρρέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναθαρρέψει
εσύείχες αναθαρρέψει
αυτός/ή/όείχε αναθαρρέψει
εμείςείχαμε αναθαρρέψει
εσείςείχατε αναθαρρέψει
αυτοί/ές/άείχαν αναθαρρέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναθαρρέψει
εσύθα έχεις αναθαρρέψει
αυτός/ή/όθα έχει αναθαρρέψει
εμείςθα έχουμε αναθαρρέψει
εσείςθα έχετε αναθαρρέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναθαρρέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναθάρρεψε
εσείςαναθαρρέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναθάρρευε
εσείςαναθαρρεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναθαρρέψω
εσύνα αναθαρρέψεις
αυτός/ή/όνα αναθαρρέψει
εμείςνα αναθαρρέψουμε
εσείςνα αναθαρρέψετε
αυτοί/ές/άνα αναθαρρέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναθαρρεύω
εσύνα αναθαρρεύεις
αυτός/ή/όνα αναθερρεύει
εμείςνα αναθαρρεύουμε
εσείςνα αναθαρρεύετε
αυτοί/ές/άνα αναθαρρεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναθαρρέψει
εσύνα έχεις αναθαρρέψει
αυτός/ή/όνα έχει αναθαρρέψει
εμείςνα έχουμε αναθαρρέψει
εσείςνα έχετε αναθαρρέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναθαρρέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναθαρρέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναθαρρεύοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αναθαρρεμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναθάρρευα
εσύθα αναθάρρευες
αυτός/ή/όθα αναθάρρευε
εμείςθα αναθαρρεύαμε
εσείςθα αναθαρρεύατε
αυτοί/ές/άθα αναθάρρευαν