BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναδιπλασιάζομαι

редуплицироваться, переписываться

be reduplicated, be recopied

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναδιπλασιάζομαι
εσύαναδιπλασιάζεσαι
αυτός/ή/όαναδιπλασιάζεται
εμείςαναδιπλασιαζόμαστε
εσείςαναδιπλασιάζεστε
αυτοί/ές/άαναδιπλασιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναδιπλασιάστηκα
εσύαναδιπλασιάστηκες
αυτός/ή/όαναδιπλασιάστηκε
εμείςαναδιπλασιαστήκαμε
εσείςαναδιπλασιαστήκατε
αυτοί/ές/άαναδιπλασιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναδιπλασιαστώ
εσύθα αναδιπλασιαστείς
αυτός/ή/όθα αναδιπλασιαστεί
εμείςθα αναδιπλασιαστούμε
εσείςθα αναδιπλασιαστείτε
αυτοί/ές/άθα αναδιπλασιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναδιπλασιαζόμουν
εσύαναδιπλασιαζόσουν
αυτός/ή/όαναδιπλασιαζόταν
εμείςαναδιπλασιαζόμαστε
εσείςαναδιπλασιαζόσαστε
αυτοί/ές/άαναδιπλασιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναδιπλασιάζομαι
εσύθα αναδιπλασιάζεσαι
αυτός/ή/όθα αναδιπλασιάζεται
εμείςθα αναδιπλασιαζόμαστε
εσείςθα αναδιπλασιάζεστε
αυτοί/ές/άθα αναδιπλασιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναδιπλασιαστεί
εσύέχεις αναδιπλασιαστεί
αυτός/ή/όέχει αναδιπλασιαστεί
εμείςέχουμε αναδιπλασιαστεί
εσείςέχετε αναδιπλασιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν αναδιπλασιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναδιπλασιαστεί
εσύείχες αναδιπλασιαστεί
αυτός/ή/όείχε αναδιπλασιαστεί
εμείςείχαμε αναδιπλασιαστεί
εσείςείχατε αναδιπλασιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν αναδιπλασιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναδιπλασιαστεί
εσύθα έχεις αναδιπλασιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει αναδιπλασιαστεί
εμείςθα έχουμε αναδιπλασιαστεί
εσείςθα έχετε αναδιπλασιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αναδιπλασιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναδιπλασιάσου
εσείςαναδιπλασιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαναδιπλασιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναδιπλασιαστώ
εσύνα αναδιπλασιαστείς
αυτός/ή/όνα αναδιπλασιαστεί
εμείςνα αναδιπλασιαστούμε
εσείςνα αναδιπλασιαστείτε
αυτοί/ές/άνα αναδιπλασιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναδιπλασιάζομαι
εσύνα αναδιπλασιάζεσαι
αυτός/ή/όνα αναδιπλασιάζεται
εμείςνα αναδιπλασιαζόμαστε
εσείςνα αναδιπλασιάζεστε
αυτοί/ές/άνα αναδιπλασιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναδιπλασιαστεί
εσύνα έχεις αναδιπλασιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει αναδιπλασιαστεί
εμείςνα έχουμε αναδιπλασιαστεί
εσείςνα έχετε αναδιπλασιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αναδιπλασιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναδιπλασιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναδιπλασιαστώ
εσύθα αναδιπλασιαστείς
αυτός/ή/όθα αναδιπλασιαστεί
εμείςθα αναδιπλασιαστούμε
εσείςθα αναδιπλασιαστείτε
αυτοί/ές/άθα αναδιπλασιαστούν