BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναγουλιάζω

вызывать тошноту, вызывать отвращение

nauseate, disgust

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναγουλιάζω
εσύαναγουλιάζεις
αυτός/ή/όαναγουλιάζει
εμείςαναγουλιάζουμε
εσείςαναγουλιάζετε
αυτοί/ές/άαναγουλιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναγούλιασα
εσύαναγούλιασες
αυτός/ή/όαναγούλιασε
εμείςαναγουλιάσαμε
εσείςαναγουλιάσατε
αυτοί/ές/άαναγούλιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναγουλιάσω
εσύθα αναγουλιάσεις
αυτός/ή/όθα αναγουλιάσει
εμείςθα αναγουλιάσουμε
εσείςθα αναγουλιάσετε
αυτοί/ές/άθα αναγουλιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναγούλιαζα
εσύαναγούλιαζες
αυτός/ή/όαναγούλιαζε
εμείςαναγουλιάζαμε
εσείςαναγουλιάζατε
αυτοί/ές/άαναγούλιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναγουλιάζω
εσύθα αναγουλιάζεις
αυτός/ή/όθα αναγουλιάζει
εμείςθα αναγουλιάζουμε
εσείςθα αναγουλιάζετε
αυτοί/ές/άθα αναγουλιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναγουλιάσει
εσύέχεις αναγουλιάσει
αυτός/ή/όέχει αναγουλιάσει
εμείςέχουμε αναγουλιάσει
εσείςέχετε αναγουλιάσει
αυτοί/ές/άέχουν αναγουλιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναγουλιάσει
εσύείχες αναγουλιάσει
αυτός/ή/όείχε αναγουλιάσει
εμείςείχαμε αναγουλιάσει
εσείςείχατε αναγουλιάσει
αυτοί/ές/άείχαν αναγουλιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναγουλιάσει
εσύθα έχεις αναγουλιάσει
αυτός/ή/όθα έχει αναγουλιάσει
εμείςθα έχουμε αναγουλιάσει
εσείςθα έχετε αναγουλιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναγουλιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναγούλιασε
εσείςαναγουλιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναγούλιαζε
εσείςαναγουλιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναγουλιάσω
εσύνα αναγουλιάσεις
αυτός/ή/όνα αναγουλιάσει
εμείςνα αναγουλιάσουμε
εσείςνα αναγουλιάσετε
αυτοί/ές/άνα αναγουλιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναγουλιάζω
εσύνα αναγουλιάζεις
αυτός/ή/όνα αναγουλιάζει
εμείςνα αναγουλιάζουμε
εσείςνα αναγουλιάζετε
αυτοί/ές/άνα αναγουλιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναγουλιάσει
εσύνα έχεις αναγουλιάσει
αυτός/ή/όνα έχει αναγουλιάσει
εμείςνα έχουμε αναγουλιάσει
εσείςνα έχετε αναγουλιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναγουλιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναγουλιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναγουλιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αναγουλιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναγούλιαζα
εσύθα αναγούλιαζες
αυτός/ή/όθα αναγούλιαζε
εμείςθα αναγουλιάζαμε
εσείςθα αναγουλιάζατε
αυτοί/ές/άθα αναγούλιαζαν