BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αναγαλλιάζω

радоваться, восторгаться

rejoice, delight

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαναγαλλιάζω
εσύαναγαλλιάζεις
αυτός/ή/όαναγαλλιάζει
εμείςαναγαλλιάζουμε
εσείςαναγαλλιάζετε
αυτοί/ές/άαναγαλλιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαναγάλλιασα
εσύαναγάλλιασες
αυτός/ή/όαναγάλλιασε
εμείςαναγαλλιάσαμε
εσείςαναγαλλιάσατε
αυτοί/ές/άαναγάλλιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αναγαλλιάσω
εσύθα αναγαλλιάσεις
αυτός/ή/όθα αναγαλλιάσει
εμείςθα αναγαλλιάσουμε
εσείςθα αναγαλλιάσετε
αυτοί/ές/άθα αναγαλλιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαναγάλλιαζα
εσύαναγάλλιαζες
αυτός/ή/όαναγάλλιαζε
εμείςαναγαλλιάζαμε
εσείςαναγαλλιάζατε
αυτοί/ές/άαναγάλλιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αναγαλλιάζω
εσύθα αναγαλλιάζεις
αυτός/ή/όθα αναγαλλιάζει
εμείςθα αναγαλλιάζουμε
εσείςθα αναγαλλιάζετε
αυτοί/ές/άθα αναγαλλιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αναγαλλιάσει
εσύέχεις αναγαλλιάσει
αυτός/ή/όέχει αναγαλλιάσει
εμείςέχουμε αναγαλλιάσει
εσείςέχετε αναγαλλιάσει
αυτοί/ές/άέχουν αναγαλλιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αναγαλλιάσει
εσύείχες αναγαλλιάσει
αυτός/ή/όείχε αναγαλλιάσει
εμείςείχαμε αναγαλλιάσει
εσείςείχατε αναγαλλιάσει
αυτοί/ές/άείχαν αναγαλλιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αναγαλλιάσει
εσύθα έχεις αναγαλλιάσει
αυτός/ή/όθα έχει αναγαλλιάσει
εμείςθα έχουμε αναγαλλιάσει
εσείςθα έχετε αναγαλλιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αναγαλλιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαναγάλλιασε
εσείςαναγαλλιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαναγάλλιαζε
εσείςαναγαλλιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αναγαλλιάσω
εσύνα αναγαλλιάσεις
αυτός/ή/όνα αναγαλλιάσει
εμείςνα αναγαλλιάσουμε
εσείςνα αναγαλλιάσετε
αυτοί/ές/άνα αναγαλλιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αναγαλλιάζω
εσύνα αναγαλλιάζεις
αυτός/ή/όνα αναγαλλιάζει
εμείςνα αναγαλλιάζουμε
εσείςνα αναγαλλιάζετε
αυτοί/ές/άνα αναγαλλιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αναγαλλιάσει
εσύνα έχεις αναγαλλιάσει
αυτός/ή/όνα έχει αναγαλλιάσει
εμείςνα έχουμε αναγαλλιάσει
εσείςνα έχετε αναγαλλιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αναγαλλιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αναγαλλιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αναγαλλιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αναγαλλιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αναγάλλιαζα
εσύθα αναγάλλιαζες
αυτός/ή/όθα αναγάλλιαζε
εμείςθα αναγαλλιάζαμε
εσείςθα αναγαλλιάζατε
αυτοί/ές/άθα αναγάλλιαζαν