BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αμύνομαι

защищаться

defend myself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαμύνομαι
εσύαμύνεσαι
αυτός/ή/όαμύνεται
εμείςαμυνόμαστε
εσείςαμύνεστε
αυτοί/ές/άαμύνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαμύνθηκα
εσύαμύνθηκες
αυτός/ή/όαμύνθηκε
εμείςαμυνθήκαμε
εσείςαμυνθήκατε
αυτοί/ές/άαμύνθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αμυνθώ
εσύθα αμυνθείς
αυτός/ή/όθα αμυνθεί
εμείςθα αμυνθούμε
εσείςθα αμυνθείτε
αυτοί/ές/άθα αμυνθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαμυνόμουν
εσύαμυνόσουν
αυτός/ή/όαμυνόταν
εμείςαμυνόμαστε
εσείςαμυνόσαστε
αυτοί/ές/άαμύνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αμύνομαι
εσύθα αμύνεσαι
αυτός/ή/όθα αμύνεται
εμείςθα αμυνόμαστε
εσείςθα αμύνεστε
αυτοί/ές/άθα αμύνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αμυνθεί
εσύέχεις αμυνθεί
αυτός/ή/όέχει αμυνθεί
εμείςέχουμε αμυνθεί
εσείςέχετε αμυνθεί
αυτοί/ές/άέχουν αμυνθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αμυνθεί
εσύείχες αμυνθεί
αυτός/ή/όείχε αμυνθεί
εμείςείχαμε αμυνθεί
εσείςείχατε αμυνθεί
αυτοί/ές/άείχαν αμυνθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αμυνθεί
εσύθα έχεις αμυνθεί
αυτός/ή/όθα έχει αμυνθεί
εμείςθα έχουμε αμυνθεί
εσείςθα έχετε αμυνθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αμυνθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαμύνσου
εσείςαμυνθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαμύνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αμυνθώ
εσύνα αμυνθείς
αυτός/ή/όνα αμυνθεί
εμείςνα αμυνθούμε
εσείςνα αμυνθείτε
αυτοί/ές/άνα αμυνθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αμύνομαι
εσύνα αμύνεσαι
αυτός/ή/όνα αμύνεται
εμείςνα αμυνόμαστε
εσείςνα αμύνεστε
αυτοί/ές/άνα αμύνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αμυνθεί
εσύνα έχεις αμυνθεί
αυτός/ή/όνα έχει αμυνθεί
εμείςνα έχουμε αμυνθεί
εσείςνα έχετε αμυνθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αμυνθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αμυνθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αμυνθώ
εσύθα αμυνθείς
αυτός/ή/όθα αμυνθεί
εμείςθα αμυνθούμε
εσείςθα αμυνθείτε
αυτοί/ές/άθα αμυνθούν