BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αμφιταλαντεύομαι

колебаться, быть нерешительным

be indecisive, waverer

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαμφιταλαντεύομαι
εσύαμφιταλαντεύεσαι
αυτός/ή/όαμφιταλαντεύεται
εμείςαμφιταλαντευόμαστε
εσείςαμφιταλαντεύεστε
αυτοί/ές/άαμφιταλαντεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαμφιταλαντεύτηκα
εσύαμφιταλαντεύτηκες
αυτός/ή/όαμφιταλαντεύτηκε
εμείςαμφιταλαντευτήκαμε
εσείςαμφιταλαντευτήκατε
αυτοί/ές/άαμφιταλαντεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αμφιταλαντευτώ
εσύθα αμφιταλαντευτείς
αυτός/ή/όθα αμφιταλαντευτεί
εμείςθα αμφιταλαντευτούμε
εσείςθα αμφιταλαντευτείτε
αυτοί/ές/άθα αμφιταλαντευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαμφιταλαντευόμουν
εσύαμφιταλαντευόσουν
αυτός/ή/όαμφιταλαντευόταν
εμείςαμφιταλαντευόμαστε
εσείςαμφιταλαντευόσαστε
αυτοί/ές/άαμφιταλαντεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αμφιταλαντεύομαι
εσύθα αμφιταλαντεύεσαι
αυτός/ή/όθα αμφιταλαντεύεται
εμείςθα αμφιταλαντευόμαστε
εσείςθα αμφιταλαντεύεστε
αυτοί/ές/άθα αμφιταλαντεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αμφιταλαντευτεί
εσύέχεις αμφιταλαντευτεί
αυτός/ή/όέχει αμφιταλαντευτεί
εμείςέχουμε αμφιταλαντευτεί
εσείςέχετε αμφιταλαντευτεί
αυτοί/ές/άέχουν αμφιταλαντευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αμφιταλαντευτεί
εσύείχες αμφιταλαντευτεί
αυτός/ή/όείχε αμφιταλαντευτεί
εμείςείχαμε αμφιταλαντευτεί
εσείςείχατε αμφιταλαντευτεί
αυτοί/ές/άείχαν αμφιταλαντευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αμφιταλαντευτεί
εσύθα έχεις αμφιταλαντευτεί
αυτός/ή/όθα έχει αμφιταλαντευτεί
εμείςθα έχουμε αμφιταλαντευτεί
εσείςθα έχετε αμφιταλαντευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αμφιταλαντευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαμφιταλαντεύσου
εσείςαμφιταλαντευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαμφιταλαντεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αμφιταλαντευτώ
εσύνα αμφιταλαντευτείς
αυτός/ή/όνα αμφιταλαντευτεί
εμείςνα αμφιταλαντευτούμε
εσείςνα αμφιταλαντευτείτε
αυτοί/ές/άνα αμφιταλαντευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αμφιταλαντεύομαι
εσύνα αμφιταλαντεύεσαι
αυτός/ή/όνα αμφιταλαντεύεται
εμείςνα αμφιταλαντευόμαστε
εσείςνα αμφιταλαντεύεστε
αυτοί/ές/άνα αμφιταλαντεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αμφιταλαντευτεί
εσύνα έχεις αμφιταλαντευτεί
αυτός/ή/όνα έχει αμφιταλαντευτεί
εμείςνα έχουμε αμφιταλαντευτεί
εσείςνα έχετε αμφιταλαντευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αμφιταλαντευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αμφιταλαντευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αμφιταλαντευτώ
εσύθα αμφιταλαντευτείς
αυτός/ή/όθα αμφιταλαντευτεί
εμείςθα αμφιταλαντευτούμε
εσείςθα αμφιταλαντευτείτε
αυτοί/ές/άθα αμφιταλαντευτούν