BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αμφισβητώ

оспаривать

dispute

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαμφισβητώ
εσύαμφισβητείς
αυτός/ή/όαμφισβητεί
εμείςαμφισβητούμε
εσείςαμφισβητείτε
αυτοί/ές/άαμφισβητούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαμφισβήτησα
εσύαμφισβήτησες
αυτός/ή/όαμφισβήτησε
εμείςαμφισβητήσαμε
εσείςαμφισβητήσατε
αυτοί/ές/άαμφισβήτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αμφισβητήσω
εσύθα αμφισβητήσεις
αυτός/ή/όθα αμφισβητήσει
εμείςθα αμφισβητήσουμε
εσείςθα αμφισβητήσετε
αυτοί/ές/άθα αμφισβητήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαμφισβητούσα
εσύαμφισβητούσες
αυτός/ή/όαμφισβητούσε
εμείςαμφισβητούσαμε
εσείςαμφισβητούσατε
αυτοί/ές/άαμφισβητούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αμφισβητώ
εσύθα αμφισβητείς
αυτός/ή/όθα αμφισβητεί
εμείςθα αμφισβητούμε
εσείςθα αμφισβητείτε
αυτοί/ές/άθα αμφισβητούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αμφισβητήσει
εσύέχεις αμφισβητήσει
αυτός/ή/όέχει αμφισβητήσει
εμείςέχουμε αμφισβητήσει
εσείςέχετε αμφισβητήσει
αυτοί/ές/άέχουν αμφισβητήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αμφισβητήσει
εσύείχες αμφισβητήσει
αυτός/ή/όείχε αμφισβητήσει
εμείςείχαμε αμφισβητήσει
εσείςείχατε αμφισβητήσει
αυτοί/ές/άείχαν αμφισβητήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αμφισβητήσει
εσύθα έχεις αμφισβητήσει
αυτός/ή/όθα έχει αμφισβητήσει
εμείςθα έχουμε αμφισβητήσει
εσείςθα έχετε αμφισβητήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αμφισβητήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαμφισβήτησε
εσείςαμφισβητήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαμφισβητείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αμφισβητήσω
εσύνα αμφισβητήσεις
αυτός/ή/όνα αμφισβητήσει
εμείςνα αμφισβητήσουμε
εσείςνα αμφισβητήσετε
αυτοί/ές/άνα αμφισβητήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αμφισβητώ
εσύνα αμφισβητείς
αυτός/ή/όνα αμφισβητεί
εμείςνα αμφισβητούμε
εσείςνα αμφισβητείτε
αυτοί/ές/άνα αμφισβητούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αμφισβητήσει
εσύνα έχεις αμφισβητήσει
αυτός/ή/όνα έχει αμφισβητήσει
εμείςνα έχουμε αμφισβητήσει
εσείςνα έχετε αμφισβητήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αμφισβητήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αμφισβητήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αμφισβητώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αμφισβητούσα
εσύθα αμφισβητούσες
αυτός/ή/όθα αμφισβητούσε
εμείςθα αμφισβητούσαμε
εσείςθα αμφισβητούσατε
αυτοί/ές/άθα αμφισβητούσαν