BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλυσοδένομαι

быть закованным в цепи

get chained

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλυσοδένομαι
εσύαλυσοδένεσαι
αυτός/ή/όαλυσοδένεται
εμείςαλυσοδενόμαστε
εσείςαλυσοδένεστε
αυτοί/ές/άαλυσοδένονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλυσοδέθηκα
εσύαλυσοδέθηκες
αυτός/ή/όαλυσοδέθηκε
εμείςαλυσοδεθήκαμε
εσείςαλυσοδεθήκατε
αυτοί/ές/άαλυσοδέθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλυσοδεθώ
εσύθα αλυσοδεθείς
αυτός/ή/όθα αλυσοδεθεί
εμείςθα αλυσοδεθούμε
εσείςθα αλυσοδεθείτε
αυτοί/ές/άθα αλυσοδεθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλυσοδενόμουν
εσύαλυσοδενόσουν
αυτός/ή/όαλυσοδενόταν
εμείςαλυσοδενόμαστε
εσείςαλυσοδενόσαστε
αυτοί/ές/άαλυσοδένονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλυσοδένομαι
εσύθα αλυσοδένεσαι
αυτός/ή/όθα αλυσοδένεται
εμείςθα αλυσοδενόμαστε
εσείςθα αλυσοδένεστε
αυτοί/ές/άθα αλυσοδένονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλυσοδεθεί
εσύέχεις αλυσοδεθεί
αυτός/ή/όέχει αλυσοδεθεί
εμείςέχουμε αλυσοδεθεί
εσείςέχετε αλυσοδεθεί
αυτοί/ές/άέχουν αλυσοδεθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλυσοδεθεί
εσύείχες αλυσοδεθεί
αυτός/ή/όείχε αλυσοδεθεί
εμείςείχαμε αλυσοδεθεί
εσείςείχατε αλυσοδεθεί
αυτοί/ές/άείχαν αλυσοδεθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλυσοδεθεί
εσύθα έχεις αλυσοδεθεί
αυτός/ή/όθα έχει αλυσοδεθεί
εμείςθα έχουμε αλυσοδεθεί
εσείςθα έχετε αλυσοδεθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αλυσοδεθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλυσοδέσου
εσείςαλυσοδεθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαλυσοδένεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλυσοδεθώ
εσύνα αλυσοδεθείς
αυτός/ή/όνα αλυσοδεθεί
εμείςνα αλυσοδεθούμε
εσείςνα αλυσοδεθείτε
αυτοί/ές/άνα αλυσοδεθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλυσοδένομαι
εσύνα αλυσοδένεσαι
αυτός/ή/όνα αλυσοδένεται
εμείςνα αλυσοδενόμαστε
εσείςνα αλυσοδένεστε
αυτοί/ές/άνα αλυσοδένονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλυσοδεθεί
εσύνα έχεις αλυσοδεθεί
αυτός/ή/όνα έχει αλυσοδεθεί
εμείςνα έχουμε αλυσοδεθεί
εσείςνα έχετε αλυσοδεθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αλυσοδεθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλυσοδεθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλυσοδεθώ
εσύθα αλυσοδεθείς
αυτός/ή/όθα αλυσοδεθεί
εμείςθα αλυσοδεθούμε
εσείςθα αλυσοδεθείτε
αυτοί/ές/άθα αλυσοδεθούν