BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλευρώνω

добавлять муку, обваливать в муке

add / coat with flour

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλευρώνω
εσύαλευρώνεις
αυτός/ή/όαλευρώνει
εμείςαλευρώνουμε
εσείςαλευρώνετε
αυτοί/ές/άαλευρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλεύρωσα
εσύαλεύρωσες
αυτός/ή/όαλεύρωσε
εμείςαλευρώσαμε
εσείςαλευρώσατε
αυτοί/ές/άαλεύρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλευρώσω
εσύθα αλευρώσεις
αυτός/ή/όθα αλευρώσει
εμείςθα αλευρώσουμε
εσείςθα αλευρώσετε
αυτοί/ές/άθα αλευρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλεύρωνα
εσύαλεύρωνες
αυτός/ή/όαλεύρωνε
εμείςαλευρώναμε
εσείςαλευρώνατε
αυτοί/ές/άαλεύρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλευρώνω
εσύθα αλευρώνεις
αυτός/ή/όθα αλευρώνει
εμείςθα αλευρώνουμε
εσείςθα αλευρώνετε
αυτοί/ές/άθα αλευρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλευρώσει
εσύέχεις αλευρώσει
αυτός/ή/όέχει αλευρώσει
εμείςέχουμε αλευρώσει
εσείςέχετε αλευρώσει
αυτοί/ές/άέχουν αλευρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλευρώσει
εσύείχες αλευρώσει
αυτός/ή/όείχε αλευρώσει
εμείςείχαμε αλευρώσει
εσείςείχατε αλευρώσει
αυτοί/ές/άείχαν αλευρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλευρώσει
εσύθα έχεις αλευρώσει
αυτός/ή/όθα έχει αλευρώσει
εμείςθα έχουμε αλευρώσει
εσείςθα έχετε αλευρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αλευρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλεύρωσε
εσείςαλευρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαλεύρωνε
εσείςαλευρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλευρώσω
εσύνα αλευρώσεις
αυτός/ή/όνα αλευρώσει
εμείςνα αλευρώσουμε
εσείςνα αλευρώσετε
αυτοί/ές/άνα αλευρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλευρώνω
εσύνα αλευρώνεις
αυτός/ή/όνα αλευρώνει
εμείςνα αλευρώνουμε
εσείςνα αλευρώνετε
αυτοί/ές/άνα αλευρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλευρώσει
εσύνα έχεις αλευρώσει
αυτός/ή/όνα έχει αλευρώσει
εμείςνα έχουμε αλευρώσει
εσείςνα έχετε αλευρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αλευρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλευρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αλευρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλεύρωνα
εσύθα αλεύρωνες
αυτός/ή/όθα αλεύρωνε
εμείςθα αλευρώναμε
εσείςθα αλευρώνατε
αυτοί/ές/άθα αλεύρωναν