BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλεγράρω

быть в хорошем настроении, радоваться

be in good mood, rejoice

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλεγράρω
εσύαλεγράρεις
αυτός/ή/όαλεγράρει
εμείςαλεγράρουμε
εσείςαλεγράρετε
αυτοί/ές/άαλεγράρουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλέγραρα
εσύαλέγραρες
αυτός/ή/όαλέγραρε
εμείςαλεγράραμε
εσείςαλεγράρατε
αυτοί/ές/άαλέγραραν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλεγράρω
εσύθα αλεγράρεις
αυτός/ή/όθα αλεγράρει
εμείςθα αλεγράρουμε
εσείςθα αλεγράρετε
αυτοί/ές/άθα αλεγράρουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλέγραρα
εσύαλέγραρες
αυτός/ή/όαλέγραρε
εμείςαλεγράραμε
εσείςαλεγράρατε
αυτοί/ές/άαλέγραραν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλεγράρω
εσύθα αλεγράρεις
αυτός/ή/όθα αλεγράρει
εμείςθα αλεγράρουμε
εσείςθα αλεγράρετε
αυτοί/ές/άθα αλεγράρουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλεγράρει
εσύέχεις αλεγράρει
αυτός/ή/όέχει αλεγράρει
εμείςέχουμε αλεγράρει
εσείςέχετε αλεγράρει
αυτοί/ές/άέχουν αλεγράρει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλεγράρει
εσύείχες αλεγράρει
αυτός/ή/όείχε αλεγράρει
εμείςείχαμε αλεγράρει
εσείςείχατε αλεγράρει
αυτοί/ές/άείχαν αλεγράρει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλεγράρει
εσύθα έχεις αλεγράρει
αυτός/ή/όθα έχει αλεγράρει
εμείςθα έχουμε αλεγράρει
εσείςθα έχετε αλεγράρει
αυτοί/ές/άθα έχουν αλεγράρει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλέγραρε
εσείςαλεγράρετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαλέγραρε
εσείςαλεγράρετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλεγράρω
εσύνα αλεγράρεις
αυτός/ή/όνα αλεγράρει
εμείςνα αλεγράρουμε
εσείςνα αλεγράρετε
αυτοί/ές/άνα αλεγράρουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλεγράρω
εσύνα αλεγράρεις
αυτός/ή/όνα αλεγράρει
εμείςνα αλεγράρουμε
εσείςνα αλεγράρετε
αυτοί/ές/άνα αλεγράρουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλεγράρει
εσύνα έχεις αλεγράρει
αυτός/ή/όνα έχει αλεγράρει
εμείςνα έχουμε αλεγράρει
εσείςνα έχετε αλεγράρει
αυτοί/ές/άνα έχουν αλεγράρει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλεγράρει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αλεγράροντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλέγραρα
εσύθα αλέγραρες
αυτός/ή/όθα αλέγραρε
εμείςθα αλεγράραμε
εσείςθα αλεγράρατε
αυτοί/ές/άθα αλέγραραν