BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλείφομαι

намазываться, покрываться, обмазываться

be smeared, be spread, be coated

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλείφομαι
εσύαλείφεσαι
αυτός/ή/όαλείφεται
εμείςαλειφόμαστε
εσείςαλείφεστε
αυτοί/ές/άαλείφονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλείφτηκα
εσύαλείφτηκες
αυτός/ή/όαλείφτηκε
εμείςαλειφτήκαμε
εσείςαλειφτήκατε
αυτοί/ές/άαλείφτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλειφτώ
εσύθα αλειφτείς
αυτός/ή/όθα αλειφτεί
εμείςθα αλειφτούμε
εσείςθα αλειφτείτε
αυτοί/ές/άθα αλειφτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλειφόμουν
εσύαλειφόσουν
αυτός/ή/όαλειφόταν
εμείςαλειφόμαστε
εσείςαλειφόσαστε
αυτοί/ές/άαλείφονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλείφομαι
εσύθα αλείφεσαι
αυτός/ή/όθα αλείφεται
εμείςθα αλειφόμαστε
εσείςθα αλείφεστε
αυτοί/ές/άθα αλείφονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλειφτεί
εσύέχεις αλειφτεί
αυτός/ή/όέχει αλειφτεί
εμείςέχουμε αλειφτεί
εσείςέχετε αλειφτεί
αυτοί/ές/άέχουν αλειφτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλειφτεί
εσύείχες αλειφτεί
αυτός/ή/όείχε αλειφτεί
εμείςείχαμε αλειφτεί
εσείςείχατε αλειφτεί
αυτοί/ές/άείχαν αλειφτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλειφτεί
εσύθα έχεις αλειφτεί
αυτός/ή/όθα έχει αλειφτεί
εμείςθα έχουμε αλειφτεί
εσείςθα έχετε αλειφτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν αλειφτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλείψου
εσείςαλειφτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςαλείφεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλειφτώ
εσύνα αλειφτείς
αυτός/ή/όνα αλειφτεί
εμείςνα αλειφτούμε
εσείςνα αλειφτείτε
αυτοί/ές/άνα αλειφτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλείφομαι
εσύνα αλείφεσαι
αυτός/ή/όνα αλείφεται
εμείςνα αλειφόμαστε
εσείςνα αλείφεστε
αυτοί/ές/άνα αλείφονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλειφτεί
εσύνα έχεις αλειφτεί
αυτός/ή/όνα έχει αλειφτεί
εμείςνα έχουμε αλειφτεί
εσείςνα έχετε αλειφτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν αλειφτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλειφτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλειφτώ
εσύθα αλειφτείς
αυτός/ή/όθα αλειφτεί
εμείςθα αλειφτούμε
εσείςθα αλειφτείτε
αυτοί/ές/άθα αλειφτούν