BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλατίζω

солить, приправлять солью

add salt, season with salt

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλατίζω
εσύαλατίζεις
αυτός/ή/όαλατίζει
εμείςαλατίζουμε
εσείςαλατίζετε
αυτοί/ές/άαλατίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλάτισα
εσύαλάτισες
αυτός/ή/όαλάτισε
εμείςαλατίσαμε
εσείςαλατίσατε
αυτοί/ές/άαλάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλατίσω
εσύθα αλατίσεις
αυτός/ή/όθα αλατίσει
εμείςθα αλατίσουμε
εσείςθα αλατίσετε
αυτοί/ές/άθα αλατίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλάτιζα
εσύαλάτιζες
αυτός/ή/όαλάτιζε
εμείςαλατίζαμε
εσείςαλατίζατε
αυτοί/ές/άαλάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλατίζω
εσύθα αλατίζεις
αυτός/ή/όθα αλατίζει
εμείςθα αλατίζουμε
εσείςθα αλατίζετε
αυτοί/ές/άθα αλατίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλατίσει
εσύέχεις αλατίσει
αυτός/ή/όέχει αλατίσει
εμείςέχουμε αλατίσει
εσείςέχετε αλατίσει
αυτοί/ές/άέχουν αλατίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλατίσει
εσύείχες αλατίσει
αυτός/ή/όείχε αλατίσει
εμείςείχαμε αλατίσει
εσείςείχατε αλατίσει
αυτοί/ές/άείχαν αλατίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλατίσει
εσύθα έχεις αλατίσει
αυτός/ή/όθα έχει αλατίσει
εμείςθα έχουμε αλατίσει
εσείςθα έχετε αλατίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αλατίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλάτισε
εσείςαλατίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαλάτιζε
εσείςαλατίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλατίσω
εσύνα αλατίσεις
αυτός/ή/όνα αλατίσει
εμείςνα αλατίσουμε
εσείςνα αλατίσετε
αυτοί/ές/άνα αλατίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλατίζω
εσύνα αλατίζεις
αυτός/ή/όνα αλατίζει
εμείςνα αλατίζουμε
εσείςνα αλατίζετε
αυτοί/ές/άνα αλατίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλατίσει
εσύνα έχεις αλατίσει
αυτός/ή/όνα έχει αλατίσει
εμείςνα έχουμε αλατίσει
εσείςνα έχετε αλατίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αλατίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλατίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αλατίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλάτιζα
εσύθα αλάτιζες
αυτός/ή/όθα αλάτιζε
εμείςθα αλατίζαμε
εσείςθα αλατίζατε
αυτοί/ές/άθα αλάτιζαν