BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

αλαλιάζω

терять самообладание, ошеломлять, оглушать, одурманивать

lose my temper, stun, daze, stupify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώαλαλιάζω
εσύαλαλιάζεις
αυτός/ή/όαλαλιάζει
εμείςαλαλιάζουμε
εσείςαλαλιάζετε
αυτοί/ές/άαλαλιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώαλάλιασα
εσύαλάλιασες
αυτός/ή/όαλάλιασε
εμείςαλαλιάσαμε
εσείςαλαλιάσατε
αυτοί/ές/άαλάλιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα αλαλιάσω
εσύθα αλαλιάσεις
αυτός/ή/όθα αλαλιάσει
εμείςθα αλαλιάσουμε
εσείςθα αλαλιάσετε
αυτοί/ές/άθα αλαλιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώαλάλιαζα
εσύαλάλιαζες
αυτός/ή/όαλάλιαζε
εμείςαλαλιάζαμε
εσείςαλαλιάζατε
αυτοί/ές/άαλάλιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα αλαλιάζω
εσύθα αλαλιάζεις
αυτός/ή/όθα αλαλιάζει
εμείςθα αλαλιάζουμε
εσείςθα αλαλιάζετε
αυτοί/ές/άθα αλαλιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω αλαλιάσει
εσύέχεις αλαλιάσει
αυτός/ή/όέχει αλαλιάσει
εμείςέχουμε αλαλιάσει
εσείςέχετε αλαλιάσει
αυτοί/ές/άέχουν αλαλιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα αλαλιάσει
εσύείχες αλαλιάσει
αυτός/ή/όείχε αλαλιάσει
εμείςείχαμε αλαλιάσει
εσείςείχατε αλαλιάσει
αυτοί/ές/άείχαν αλαλιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω αλαλιάσει
εσύθα έχεις αλαλιάσει
αυτός/ή/όθα έχει αλαλιάσει
εμείςθα έχουμε αλαλιάσει
εσείςθα έχετε αλαλιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν αλαλιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύαλάλιασε
εσείςαλαλιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύαλάλιαζε
εσείςαλαλιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα αλαλιάσω
εσύνα αλαλιάσεις
αυτός/ή/όνα αλαλιάσει
εμείςνα αλαλιάσουμε
εσείςνα αλαλιάσετε
αυτοί/ές/άνα αλαλιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα αλαλιάζω
εσύνα αλαλιάζεις
αυτός/ή/όνα αλαλιάζει
εμείςνα αλαλιάζουμε
εσείςνα αλαλιάζετε
αυτοί/ές/άνα αλαλιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω αλαλιάσει
εσύνα έχεις αλαλιάσει
αυτός/ή/όνα έχει αλαλιάσει
εμείςνα έχουμε αλαλιάσει
εσείςνα έχετε αλαλιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν αλαλιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

αλαλιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

αλαλιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

αλαλιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα αλάλιαζα
εσύθα αλάλιαζες
αυτός/ή/όθα αλάλιαζε
εμείςθα αλαλιάζαμε
εσείςθα αλαλιάζατε
αυτοί/ές/άθα αλάλιαζαν