BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ακροβατώ

акробатировать

perform acrobatics

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώακροβατώ
εσύακροβατείς
αυτός/ή/όακροβατεί
εμείςακροβατούμε
εσείςακροβατείτε
αυτοί/ές/άακροβατούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώακροβάτησα
εσύακροβάτησες
αυτός/ή/όακροβάτησε
εμείςακροβατήσαμε
εσείςακροβατήσατε
αυτοί/ές/άακροβάτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ακροβατήσω
εσύθα ακροβατήσεις
αυτός/ή/όθα ακροβατήσει
εμείςθα ακροβατήσουμε
εσείςθα ακροβατήσετε
αυτοί/ές/άθα ακροβατήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώακροβατούσα
εσύακροβατούσες
αυτός/ή/όακροβατούσε
εμείςακροβατούσαμε
εσείςακροβατούσατε
αυτοί/ές/άακροβατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ακροβατώ
εσύθα ακροβατείς
αυτός/ή/όθα ακροβατεί
εμείςθα ακροβατούμε
εσείςθα ακροβατείτε
αυτοί/ές/άθα ακροβατούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ακροβατήσει
εσύέχεις ακροβατήσει
αυτός/ή/όέχει ακροβατήσει
εμείςέχουμε ακροβατήσει
εσείςέχετε ακροβατήσει
αυτοί/ές/άέχουν ακροβατήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ακροβατήσει
εσύείχες ακροβατήσει
αυτός/ή/όείχε ακροβατήσει
εμείςείχαμε ακροβατήσει
εσείςείχατε ακροβατήσει
αυτοί/ές/άείχαν ακροβατήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ακροβατήσει
εσύθα έχεις ακροβατήσει
αυτός/ή/όθα έχει ακροβατήσει
εμείςθα έχουμε ακροβατήσει
εσείςθα έχετε ακροβατήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ακροβατήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύακροβάτησε
εσείςακροβατήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςακροβατείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ακροβατήσω
εσύνα ακροβατήσεις
αυτός/ή/όνα ακροβατήσει
εμείςνα ακροβατήσουμε
εσείςνα ακροβατήσετε
αυτοί/ές/άνα ακροβατήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ακροβατώ
εσύνα ακροβατείς
αυτός/ή/όνα ακροβατεί
εμείςνα ακροβατούμε
εσείςνα ακροβατείτε
αυτοί/ές/άνα ακροβατούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ακροβατήσει
εσύνα έχεις ακροβατήσει
αυτός/ή/όνα έχει ακροβατήσει
εμείςνα έχουμε ακροβατήσει
εσείςνα έχετε ακροβατήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ακροβατήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ακροβατήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ακροβατώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ακροβατούσα
εσύθα ακροβατούσες
αυτός/ή/όθα ακροβατούσε
εμείςθα ακροβατούσαμε
εσείςθα ακροβατούσατε
αυτοί/ές/άθα ακροβατούσαν